Metropolis

Βασιλόπιτα και Πρωτοχρονιάτικα έθιμα, από την αρχαιότητα έως σήμερα

Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα

Δεν είναι απλώς ένα γλυκό, αλλά ένας ζωντανός φορέας ιστορίας, πίστης και πολιτισμικής συνέχειας, που γεφυρώνει την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και την σύγχρονη Ελλάδα, εντός και εκτός συνόρων.

Η καταγωγή της Βασιλόπιτας, όπως την γνωρίζουμε σήμερα, ανάγεται στους πρώιμους Βυζαντινούς χρόνους και συνδέεται άρρηκτα με τον Μέγα Βασίλειο, Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας.

Ο Μέγας Βασίλειος δεν υπήρξε μόνον θεολόγος, αλλά και κοινωνικός μεταρρυθμιστής. Στην Καισάρεια ίδρυσε την «Βασιλειάδα», ένα πρωτοφανές για την εποχή σύμπλεγμα κοινωνικής πρόνοιας (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ξενώνες), γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στον θρύλο της Βασιλόπιτας: δεν πρόκειται απλώς για θαύμα, αλλά για έκφραση κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητος. Έτσι, το ήθος (Βασιλειάδα) μετατρέπεται σε έθος (Βασιλόπιτα)!

Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ένας Έπαρχος απαίτησε βαριά φορολογία από τους κατοίκους της Καισαρείας, ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε από τον λαό να συγκεντρώσει χρυσά νομίσματα και κοσμήματα.

Όταν τελικά ο κίνδυνος αποσοβήθηκε, ο Άγιος, μη γνωρίζοντας σε ποιον ανήκε τι, υπέδειξε να ψηθούν ψωμιά, μέσα στα οποία τοποθετήθηκαν τα τιμαλφή. Κατά θαυμαστό τρόπο, κάθε οικογένεια έλαβε το ψωμί που περιείχε τα δικά της πολύτιμα αντικείμενα.

Αυτό το γεγονός αποτέλεσε την βάση του εθίμου της Βασιλόπιτας, η οποία καθιερώθηκε να κόβεται την 1η Ιανουαρίου, ημέρα εορτής του Μεγάλου Βασιλείου, σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Αν και δεν υπήρχε Βασιλόπιτα με την σημερινή της μορφή στην Αρχαία Ελλάδα, υπήρχαν συγγενή έθιμα με έντονο συμβολισμό. Ο άρτος είχε πάντοτε ιερό χαρακτήρα στον Ελληνικό κόσμο.

Στην Αρχαία Ελλάδα, προσφερόταν στους θεούς, ως σύμβολο ζωής, καρποφορίας και συνέχειας, οι λεγόμενοι «πλακούντες» και οι «άρτοι των θυσιών», οι οποίοι συνδέονταν με εορτές του αγροτικού κύκλου και της αλλαγής των εποχών, καθώς και οι εορτές προς τιμήν της θεάς Δήμητρας, όπου το ψωμί και οι καρποί της γης λειτουργούσαν ως μέσα επικοινωνίας ανθρώπου και θείου.

Επίσης, η έννοια της «τύχης» ήταν ήδη παρούσα, όχι όμως μέσω νομίσματος, αλλά μέσω οιωνών και τελετουργικών πράξεων. Στην αρχαιότητα, η τύχη δεν ήταν τυχαία· θεωρούνταν αποτέλεσμα θεϊκής εύνοιας ή δυσαρέσκειας.

Στην Ρωμαϊκή παράδοση, ο μήνας Ιανουάριος ήταν αφιερωμένος στον θεό Ιανό, τον θεό των περασμάτων και των νέων αρχών. Ο εν λόγω θεός με τα δύο πρόσωπα συμβόλιζε το βλέμμα στο παρελθόν και στο μέλλον.

Η έννοια της Πρωτοχρονιάς δεν ήταν ενιαία στην Αρχαία Ελλάδα· κάθε πόλη είχε το δικό της ημερολόγιο. Ωστόσο, η συμβολική μετάβαση του χρόνου συνοδευόταν από τελετές ανανέωσης, εξαγνισμού και ευχών.

Η μετάβαση στο νέο έτος συνδέθηκε διαχρονικά με την έννοια της τύχης. Με τον Χριστιανισμό, η τύχη μετασχηματίζεται θεολογικά. Δεν είναι πλέον αποτέλεσμα μοίρας, αλλά καρπός ευλογίας.

Το φλουρί της Βασιλόπιτας δεν «προλέγει» το μέλλον, αλλά λειτουργεί ως σημείο πνευματικής χαράς, οικογενειακής ενότητος και κοινωνίας προσώπων εν Χριστώ.

Πολλά Πρωτοχρονιάτικα έθιμα εξαλείφθηκαν, διαμορφώθηκαν ή εκχριστιανίστηκαν, όταν η Εκκλησία θεράπευσε ή αντικατέστησε παλαιότερες πρακτικές, που συνδέονταν με μαντεία, μεταμφιέσεις και εορτές του Ρωμαϊκού ημερολογίου.

Ζητήθηκε τότε να εξαλειφθούν από τον χριστιανικό βίο οι «Καλάνδες», τα «Βοτά» και τα «Βρουμάλια», και τα συναφή δρώμενα (μεταμφιέσεις, τελετές, κ.ά.).

Βλέπουμε πόσο ισχυρά επέμεναν αυτά τα έθιμα στον λαό και κατανοούμε τον μηχανισμό με τον οποίο κάποια στοιχεία τελικά μετασχηματίστηκαν, αντί να εξαφανιστούν, αποκτώντας χριστιανικό περιεχόμενο.

Στο ίδιο πνεύμα, η Πατερική Γραμματεία μας δίνει άμεση μαρτυρία για τις αντιδράσεις απέναντι στις «Καλάνδες». Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έχει ομιλία «Εἰς τὰς Καλάνδας» (PG 48) και αποτελεί σαφές τεκμήριο του πώς οι Πατέρες αντιμετώπιζαν τις πρακτικές της Πρωτοχρονιάς, όταν αυτές συνδέονταν με δεισιδαιμονία και «ευτυχισμό» αποκομμένο από την πίστη.

Από την άλλη, το ίδιο το γεγονός ότι σήμερα έχουμε κάλαντα, δηλαδή δημόσια ευχετήρια Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα άσματα, δείχνει ότι ένα αρχικό «ημερολογιακό» έθιμο μπορεί να επιβιώσει, αλλά να αλλάξει περιεχόμενο: από κοινωνικό δώρο/ευχή της Ρωμαϊκής καλένδας, σε χριστιανική ευχή και οικογενειακή χαρά.

Επομένως, κάποια έθιμα που διατηρούνται έως σήμερα με προχριστιανικές καταβολές, ενσωματώθηκαν στην χριστιανική κοσμοαντίληψη και αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα πολιτισμικής συνέχειας, όπως:

α) Το γούρι και η τύχη: Η αρχαία πίστη στην μοίρα και την εύνοια των θεών αντικαταστάθηκε από την θεία ευλογία.

β) Το ρόδι: Σύμβολο γονιμότητος και αφθονίας, ήδη από τα Ελευσίνια Μυστήρια, διατηρείται ως σύμβολο καλοτυχίας και μετατρέπεται σε χριστιανικό σύμβολο αφθονίας και ευλογίας των καρπών της γης.

γ) Το σπάσιμο του ροδιού και η είσοδος με το δεξί: Αρχαίες αποτροπαϊκές πρακτικές που επιβίωσαν ως λαϊκά έθιμα, ως λαϊκή ευχή καλής αρχής.

δ) Οι ευχές και τα κεράσματα: Ανάγονται στις αρχαίες «ευετηρίες», δηλαδή ευχές για καλή χρονιά και καρποφορία.

Κόβοντας την Βασιλόπιτα σήμερα, επαναλαμβάνουμε την ίδια τελετουργία, όχι από συνήθεια, αλλά γιατί μέσα της αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας ως κρίκο μιας μακραίωνης ιστορικής αλυσίδας, όπου η ελπίδα για καλή χρονιά, ευημερία, προσφορά και ενότητα παραμένει αναλλοίωτη.