Πνευματικά · Metropolis

Ομιλία Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα στην Κυριακή των Απόκρεω

Καθεδρικός Ναός Αγίου Γεωργίου Στοκχόλμης

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2026

Θεοφιλέστατε,
Αιδεσιμολογιώτατε π. Γεώργιε,
Μουσικολογιώτατοι,
Αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί,
Αγαπημένα μας παιδιά,

Η σημερινή Κυριακή των Απόκρεω μάς εισάγει στην πνευματική πορεία προς την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η Εκκλησία προβάλλει ενώπιόν μας την παραβολή της Τελικής Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46), για να μάς αφυπνίσει και να μάς οδηγήσει στην μετάνοια.

Ο Χριστός παρουσιάζεται ως ο Δίκαιος Κριτής, αλλά και ως ο Φιλάνθρωπος Θεός, που ταυτίζεται με κάθε πονεμένο άνθρωπο: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε». Η κρίση, λοιπόν, θα γίνει με βάση την έμπρακτη αγάπη.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι ο Χριστός δεν ζητά από εμάς κατορθώματα υπεράνθρωπα, αλλά καρδιά ελεήμονα. Λέγει ότι τίποτε δεν μοιάζει τόσο με τον Θεό όσο η ελεημοσύνη, διότι ο Θεός είναι αγάπη και όποιος αγαπά πραγματικά, ήδη ζει την παρουσία Του.

Η αγάπη όμως δεν είναι συναίσθημα στιγμής. Είναι στάση ζωής, θυσία, έξοδος από τον εαυτό μας. Η Εκκλησία μάς καλεί να δούμε τον άλλον, όχι ως ξένο, αλλά ως εικόνα Χριστού.

Ο Μέγας Βασίλειος ελέγχει αυστηρά την αδιαφορία λέγοντας πως το ψωμί που περισσεύει, ανήκει στον πεινασμένο, και το ρούχο που δεν χρησιμοποιούμε, ανήκει σε εκείνον που κρυώνει. Με τα λόγια του μας θυμίζει ότι η χριστιανική ζωή δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά κοινωνία αγάπης.

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή δεν περιγράφει μόνο ένα γεγονός του μέλλοντος. Η κρίση αρχίζει ήδη μέσα στην καθημερινότητά μας. Κάθε φορά που αγαπάμε ή αδιαφορούμε, χτίζουμε την αιώνια σχέση μας με τον Θεό.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι ο άνθρωπος σώζεται όταν ενώνει την πίστη με την πράξη της αγάπης. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε το καλό· καλούμαστε να το ζούμε.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία τοποθετεί την σημερινή ευαγγελική διήγηση λίγο πριν από τη νηστεία. Η νηστεία χωρίς αγάπη γίνεται απλή διατροφή. Η προσευχή χωρίς συγχώρηση γίνεται κενό σχήμα.

Με ευκαιρία τη σημερινή περικοπή του Ευαγγελίου, ας αναρωτηθούμε κι εμείς, ποιόν άνθρωπο δίπλα μας αγνοούμε, ποιόν μπορούμε να παρηγορήσουμε ή ακόμα, πού μπορούμε να προσφέρουμε στήριξη; Η σωτηρία δεν είναι θεωρία, αλλά είναι η καθημερινή επιλογή της αγάπης.

Ας ζητήσουμε την χάρη του Κυρίου μας, ώστε, όταν Τον συναντήσουμε, να Τον αναγνωρίσουμε στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου.

Στην σημερινή λατρευτική μας σύναξη, μαζί με την προσευχή μας για την ανάπαυση των ψυχών των οικείων μας εν τη πίστει, ενθυμούμαστε και τον σεπτό προκάτοχό μου, μακαριστό Μητροπολίτη πρώην Αμασείας κυρό Παύλο, καθώς συμπληρώνονται τέσσαρα έτη από την εκδημία του, και παρακαλούμε τον Αναστάντα εκ των νεκρών Κύριο να αναπαύσει την ψυχή του από τους κόπους της παρούσης ζωής, καθώς και για όσα επί 40 συναπτά έτη προσέφερε στην τοπική μας Εκκλησία και να παρεδράζεται στο ουράνιο θυσιαστήριο μετά των Αγίων και των Αγγέλων! Αμήν!

Πνευματικά · Metropolis

«Το ψωμί είναι στο τραπέζι … Δώσε του Χριστού να πιει»

Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα

Η παραβολή της Τελικής Κρίσεως, όπως παραδίδεται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (25, 31-46), αποτελεί κορυφαίο εσχατολογικό κείμενο της Καινής Διαθήκης, στο οποίο ορίζεται με σαφήνεια το κριτήριο της σωτηρίας και της καταδίκης.

Ο Χριστός παρουσιάζεται ως ο Υιός του Ανθρώπου, ο οποίος θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», για να κρίνει όλα τα έθνη. Το κριτήριο της κρίσεως δεν είναι ούτε η εξωτερική ευσέβεια, ούτε η γνώση, ούτε η κοινωνική θέση, αλλά η αγάπη που εκφράστηκε έμπρακτα προς τον συνάνθρωπο.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περικοπής είναι ότι η κρίση δεν βασίζεται σε δογματικές ομολογίες ή σε τελετουργικές πράξεις καθαυτές, αλλά στην έμπρακτη σχέση αγάπης προς τον «ἐλάχιστον ἀδελφόν».

Η περικοπή εντάσσεται στον εσχατολογικό λόγο του Χριστού και παρουσιάζει τον Υιό του Ανθρώπου ως παγκόσμιο κριτή. Η εικόνα του διαχωρισμού «ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων» (Ματθ. 25, 32) έχει βαθιά συμβολική σημασία.

Το κριτήριο του διαχωρισμού δεν είναι η γνώση ή η καταγωγή, αλλά η έμπρακτη αγάπη: «ἐπείνασα καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με» (Ματθ. 25, 35).

Το κεντρικό θεολογικό σημείο του χωρίου βρίσκεται στην ταύτιση του Χριστού με τον πάσχοντα άνθρωπο: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40).

Η φράση αυτή συνιστά θεμελιώδη έκφραση της χριστολογικής ανθρωπολογίας. Ο Χριστός δεν ταυτίζεται μεταφορικά με τον άνθρωπο, αλλά αποκαλύπτει μια οντολογική σχέση που εδράζεται στο γεγονός της ενανθρωπήσεως. Η ανθρώπινη φύση έχει προσληφθεί από τον Λόγο, και ως εκ τούτου, κάθε άνθρωπος φέρει τη δυνατότητα της σχέσης με τον Θεό.

Το ευαγγελικό αυτό μήνυμα βρίσκει μια βαθιά και συγκλονιστική ποιητική αντήχηση στο ποίημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Το ψωμί είναι στο τραπέζι», από τον δίσκο «Η γειτονιά των αγγέλων» (1964), σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

Το ποίημα αυτό, με την απλότητά του, αποκαλύπτει μια μεγάλη θεολογική αλήθεια, ότι ο Χριστός ταυτίζεται με τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον ξένο, ακόμη και με τον ληστή:

«Το ψωμί είναι στο τραπέζι.
Το νερό είναι στο σταμνί.
Το σταμνί στο σκαλοπάτι.
Δώσε του ληστή να πιει.

Το ψωμί είναι στο τραπέζι.
Το νερό είναι στο σταμνί.
Το σταμνί στο σκαλοπάτι.
Δώσε του Χριστού να πιει.

Δώσε μάνα του διαβάτη.
Του Χριστού και του ληστή.
Δώσε μάνα να χορτάσει.
Δωσ’ του αγάπη μου να πιει.»

Το ποίημα αναδεικνύει την ταύτιση του Χριστού με τον πάσχοντα άνθρωπο, αποτυπώνοντας με υπαρξιακή ένταση την Πατερική αντίληψη περί της παρουσίας του Θεού στον «ἕτερον».

Αυτό ακριβώς είναι το μυστήριο της Θείας συγκαταβάσεως. Ο Χριστός δεν αποκαλύπτεται μόνο στην δόξα Του, αλλά και στην ταπείνωση του πάσχοντος ανθρώπου.

Ο ληστής, ο ξένος, ο διαβάτης, είναι εικόνες του Χριστού. Η αγάπη προς αυτούς γίνεται αγάπη προς τον ίδιο τον Θεό.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας προσέγγισαν την περικοπή, όχι μόνο ως ηθική διδασκαλία, αλλά ως αποκάλυψη της ίδιας της φύσεως της σωτηρίας.

Στην Ομιλία του στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει: «Οὐ γὰρ εἶπεν, ἐλεήσατε πτωχόν, ἀλλὰ, ἐλεήσατέ με· τοσοῦτον ἑαυτὸν ἐκεῖνοις συνήνωσε» (PG 58, 508).

Η διατύπωση αυτή αποκαλύπτει ότι η φιλανθρωπία δεν είναι εξωτερική πράξη ηθικής, αλλά μυστική κοινωνία με τον Χριστό.

Σε άλλη ομιλία του, τονίζει ότι η τιμή προς τον Χριστό δεν μπορεί να περιορίζεται στη λατρεία: «Μὴ τίμα αὐτὸν ἐνταῦθα ἐν τῷ ναῷ μετὰ μεταξωτῶν, ἔξωθεν δὲ αὐτὸν παραβλέπῃς ἀπολλύμενον» (PG 50, 508).

Η διδασκαλία αυτή συνδέει άμεσα την λειτουργική ζωή με την κοινωνική ευθύνη και αποκαλύπτει ότι η Θεία Λειτουργία συνεχίζεται και έξω από τον ναό, στην λειτουργία μετά την Θεία Λειτουργία, μέσα στην ζωή, μέσα στην σχέση με τον πάσχοντα αδελφό.

Ο Μέγας Βασίλειος, στην ομιλία του «Πρὸς τοὺς πλουτοῦντας», αναπτύσσει μια ριζοσπαστική θεολογία της ιδιοκτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης: «Τοῦ πεινῶντος ἐστὶν ὁ ἄρτος ὃν σὺ κατέχεις» (PG 31, 276).

Η θέση αυτή ανατρέπει την ατομοκεντρική αντίληψη της ιδιοκτησίας και θεμελιώνει μια θεολογία της κοινωνικής ευθύνης. Η άρνηση της προσφοράς δεν είναι απλώς έλλειψη αρετής, αλλά μορφή αδικίας.

Δεν πρόκειται απλώς για μια προτροπή φιλανθρωπίας, αλλά για μια αποκάλυψη της δικαιοσύνης του Θεού. Αυτό που θεωρούμε δικό μας, στην πραγματικότητα μας έχει δοθεί για να το μοιραστούμε.

Στον Λόγο ΙΔ΄ (Περὶ φιλοπτωχίας), ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος παρουσιάζει την φιλανθρωπία ως μίμηση του Θεού: «Γίνου θεὸς τῷ δυστυχοῦντι, μιμούμενος τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν» (PG 35, 892).

Η σωτηρία, συνεπώς, δεν είναι ατομικό γεγονός, αλλά γεγονός κοινωνίας. Όταν προσφέρουμε στον συνάνθρωπο, συμμετέχουμε στο ίδιο το έργο του Θεού.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στα «Κεφάλαια περί αγάπης», υποστηρίζει ότι η αγάπη αποτελεί την φυσική κατάσταση του ανθρώπου: «Ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφόν, τὸν Θεὸν ἀγαπᾶν οὐ δύναται» (PG 90, 965).

Η αποκατάσταση του ανθρώπου συνίσταται στην αποκατάσταση της αγάπης προς τον άλλον. Η άρνηση της αγάπης οδηγεί στον υπαρξιακό κατακερματισμό, ενώ η αγάπη οδηγεί στην θέωση.

Το ποίημα του Καμπανέλλη εκφράζει την Πατερική θεολογία με τρόπο λιτό και συγκλονιστικό, παρουσιάζει δε την προσφορά ψωμιού και νερού ως υπαρξιακή πράξη αγάπης: «Το ψωμί είναι στο τραπέζι. … Δώσε του Χριστού να πιει. … Δώσε του ληστή να πιει».

Επίσης, η μορφή του «διαβάτη» αποτελεί εσχατολογικό σύμβολο. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση πορείας και η ανταπόκριση ή η άρνηση της φιλοξενίας καθορίζει την υπαρξιακή και σωτηριολογική του προοπτική.

Η επαναλαμβανόμενη εικόνα του ψωμιού και του νερού έχει σαφή ευχαριστιακή διάσταση. Το ψωμί και το νερό δεν είναι απλώς υλικά αγαθά, αλλά σύμβολα ζωής και κοινωνίας. Η προσφορά τους αποτελεί πράξη κοινωνίας.

Η μορφή της μάνας στο ποίημα είναι, επίσης, βαθιά συμβολική. Είναι εκείνη που προσφέρει τροφή, νερό, αγάπη. Είναι εκείνη που δεν κάνει διάκριση μεταξύ Χριστού και ληστή.

Στην παραβολή της Τελικής Κρίσεως, οι δίκαιοι δεν γνωρίζουν ότι, δια της φιλανθρωπίας, υπηρετούν τον ίδιο τον Χριστό, γι᾽ αυτό και ερωτούν: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο;». Η αγάπη τους είναι αυθόρμητη, χωρίς ιδιοτέλεια. Δεν αγαπούν γι᾽ ανταμοιβή, αλλά επειδή η καρδιά τους έχει μεταμορφωθεί.

Το ίδιο πνεύμα εκφράζει και το ποίημα. Δεν λέει: «Δώσε για να σωθείς». Λέει απλώς: «Δώσε». Δώσε, γιατί ο άλλος διψά. Δώσε, γιατί ο άλλος πεινά. Δώσε, γιατί ο άλλος είναι κι αυτός άνθρωπος, τουτέστιν ο συνάνθρωπος!

Η περικοπή της Τελικής Κρίσεως, η Πατερική της ερμηνεία και το ποίημα του Καμπανέλλη συγκλίνουν στην ίδια θεολογική ανθρωπολογία. Ο άνθρωπος συναντά τον Θεό μέσα από τον συνάνθρωπο!

Το ψωμί στο τραπέζι και το νερό στο σταμνί αποτελούν σύμβολα της δυνατότητας κοινωνίας. Η σωτηρία δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά πραγματοποιείται μέσα από την έμπρακτη αγάπη.

Η εσχατολογική Κρίση αποκαλύπτει, όχι απλώς τις πράξεις του ανθρώπου, αλλά την ποιότητα της σχέσης του με τον Θεό, η οποία πραγματώνεται στην σχέση με τον «ἐλάχιστον ἀδελφόν».

Έτσι, η θεολογία των Πατέρων και η ποίηση της νεότερης ελληνικής παράδοσης συναντώνται στην ίδια θεμελιώδη αλήθεια, ότι η αγάπη αποτελεί το οντολογικό και εσχατολογικό κριτήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Χριστός περνά καθημερινά μπροστά μας, με την μορφή του φτωχού, του ξένου, του πονεμένου, ακόμη και του «ληστή». Το ερώτημα είναι απλό και συγκλονιστικό: Θα δώσουμε; Θα μοιραστούμε;

Πνευματικά · Metropolis

“The bread is on the table … Give Christ something to drink”

By His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden

The parable of the Final Judgment, as it is handed down in the Gospel according to Matthew (25:31–46), constitutes a supreme eschatological text of the New Testament, in which the criterion of salvation and condemnation is clearly defined.

Christ is presented as the Son of Man, who will come “in His glory” to judge all nations. The criterion of judgment is neither external piety, nor knowledge, nor social status, but love expressed concretely toward one’s fellow human being.

The distinctive feature of this passage is that judgment is not based on doctrinal confessions or ritual acts in themselves, but on a lived relationship of love toward the “least brother.”

The passage belongs to Christ’s eschatological discourse and presents the Son of Man as the universal Judge. The image of separation “as the shepherd separates the sheep from the goats” (Matt. 25:32) has profound symbolic meaning.

The criterion of separation is not knowledge or origin, but concrete love: “I was hungry and you gave Me food, I was thirsty and you gave Me drink” (Matt. 25:35).

The central theological point of the passage lies in Christ’s identification with the suffering human being: “Inasmuch as you did it to one of the least of these, you did it to Me” (Matt. 25:40).

This phrase constitutes a fundamental expression of Christological anthropology. Christ does not identify with humanity metaphorically, but reveals an ontological relationship grounded in the fact of the Incarnation. Human nature has been assumed by the Logos, and therefore every human being bears the potential for relationship with God.

This evangelical message finds a deep and moving poetic resonance in the poem by Iakovos Kampanellis, «Το ψωμί είναι στο τραπέζι» (The bread is on the table), from the album «Η γειτονιά των αγγέλων» (The Neighborhood of Angels) (1964), with music by Mikis Theodorakis.

This poem, in its simplicity, reveals a great theological truth: that Christ is identified with the hungry, the thirsty, the stranger, and even the thief:

“The bread is on the table.
The water is in the jug.
The jug is on the step.
Give the thief something to drink.

The bread is on the table.
The water is in the jug.
The jug is on the step.
Give Christ something to drink.

Give, mother, to the traveler.
To Christ and to the thief.
Give, mother, so he may be filled.
Give him, my love, something to drink.”

The poem highlights Christ’s identification with the suffering human being, capturing with existential intensity the Patristic understanding of God’s presence in the “other.”

This is precisely the mystery of divine condescension. Christ is revealed not only in His glory, but also in the humility of the suffering human being.

The thief, the stranger, the traveler—these are images of Christ. Love toward them becomes love toward God Himself.

The Fathers of the Church approached this passage not merely as moral teaching, but as a revelation of the very nature of salvation.

In his Homily on the Gospel of Matthew, Saint John Chrysostom notes: “For He did not say, ‘You showed mercy to the poor,’ but ‘You showed mercy to Me’; so greatly did He unite Himself with them.” (PG 58, 508)

This formulation reveals that charity is not an external moral act, but a mystical communion with Christ.

In another homily, he emphasizes that honoring Christ cannot be limited to worship: “Do not honor Him here in the church with silken garments, while outside you neglect Him perishing.”

This teaching directly connects liturgical life with social responsibility and reveals that the Divine Liturgy continues outside the church—in the liturgy after the Liturgy—within life itself, within the relationship with the suffering brother and sister.

Saint Basil the Great, in his homily “To the Rich”, develops a radical theology of property and social justice: “The bread which you keep belongs to the hungry.” (PG 31, 276)

This position overturns the individualistic understanding of property and establishes a theology of social responsibility. Refusal to give is not merely a lack of virtue, but a form of injustice.

This is not simply an exhortation to charity, but a revelation of God’s justice. What we consider our own has, in reality, been given to us to share.

In Oration XIV “On Love for the Poor,” Saint Gregory the Theologian presents charity as imitation of God: “Become a god to the unfortunate, imitating God’s love for humanity” (PG 35, 892).

Salvation, therefore, is not an individual event, but an event of communion. When we offer to our fellow human beings, we participate in God’s own work.

Saint Maximus the Confessor, in his “Chapters on Love”, teaches that love constitutes the natural state of humanity: “He who does not love his brother cannot love God.” (PG 90, 965)

The restoration of the human person consists in the restoration of love toward the other. The refusal of love leads to existential fragmentation, while love leads to deification (theosis).

Kampanellis’ poem expresses Patristic theology in a simple yet powerful way and presents the offering of bread and water as an existential act of love: “The bread is on the table … Give Christ something to drink … Give the thief something to drink.”

The figure of the “traveler” also constitutes an eschatological symbol. The human being exists in a state of journey, and the response or refusal of hospitality determines his existential and soteriological destiny.

The repeated image of bread and water has a clear Eucharistic dimension. Bread and water are not merely material goods, but symbols of life and communion. Their offering constitutes an act of communion.

The figure of the mother in the poem is also deeply symbolic. She is the one who offers food, water, and love. She is the one who makes no distinction between Christ and the thief.

In the parable of the Final Judgment, the righteous do not know that through their charity they are serving Christ Himself, and therefore they ask: “Lord, when did we see You hungry?” Their love is spontaneous, without self-interest. They do not love for reward, but because their hearts have been transformed.

The poem expresses the same spirit. It does not say, “Give in order to be saved.” It simply says: “Give.” Give, because the other thirsts. Give, because the other hungers. Give, because the other is also human; that is, your fellow human being.

The passage of the Final Judgment, its Patristic interpretation, and Kampanellis’ poem converge in the same theological anthropology: the human being encounters God through the fellow human being.

The bread on the table and the water in the jug are symbols of the possibility of communion. Salvation is not an abstract concept, but is realized in concrete love.

The eschatological Judgment reveals not merely human actions, but the quality of the person’s relationship with God, which is fulfilled in relationship with the “least brother.”

Thus, the theology of the Fathers and the poetry of modern Greek tradition meet in the same fundamental truth: love constitutes the ontological and eschatological criterion of human existence.

Christ passes before us every day in the form of the poor, the stranger, the suffering, even the “thief.” The question is simple and profound: Will we give? Will we share?

Πνευματικά · Metropolis

H.E. Metropolitan Cleopas’ Homily on the Entrance of the Theotokos into the Temple and the Nativity of Chirst

St. George Cathedral of Stockholm

Sunday, November 23, 2025

Dearly Beloved Brothers and Sisters in Christ,

Let us reflect upon two radiant feasts that illuminate the entire mystery of salvation, the Entrance of the Most Holy Theotokos into the Temple and the Nativity of our Lord Jesus Christ.

At first glance, these feasts may appear to stand far apart—one in November, the other at the brink of winter. Yet the Fathers teach us that they form a single arc in the divine story: the preparation and the fulfillment, the quiet beginning and the glorious revelation, the sowing and the harvest of salvation.

In the Entrance of the Theotokos, the Church shows us the quiet and hidden preparation of salvation. St. Gregory Palamas says that in her, “all the ages found their perfection,” for she is the one through whom God will enter creation. Her footsteps into the Temple are the first earthly signs of the “coming of the fullness of time.”

In the Nativity of Christ, that which was hidden is revealed. St. John Chrysostom proclaims that on this day “the earth becomes heaven,” for God Himself takes flesh. What the Entrance begins, the Nativity completes; what is offered in purity within the Temple becomes incarnate as the Savior of the world.

At her Entrance, the three-year-old Mary enters the Temple, but the Fathers repeatedly remind us that she is herself the true Temple. St. Andrew of Crete calls her “the Temple that contained God not in shadow, but in truth.” The Temple receives her, but only as a symbol receives its fulfillment.

At Christmas, we see this fulfilled when the Temple gives birth to the God who dwells within it. The one who entered the Temple now becomes the Mother of the Temple’s Lord. St. Ephraim the Syrian says, “The heavens cannot contain Him, yet a pure maiden’s womb has received Him.”

The Entrance reveals the Temple being prepared; the Nativity reveals the God who sanctifies the Temple.

In the Entrance, Mary is offered freely by her parents, Joachim and Anna, as a gift to God. St. Germanos of Constantinople writes that in her entrance, “humanity offers back to God its first truly spotless fruit.”

In the Nativity, God offers Himself as a gift to humanity. What Joachim and Anna did in symbol, God does in reality. The Fathers stand amazed: the one offered in the Temple becomes the one who offers Himself on behalf of all. The Entrance is the offering of the pure vessel; the Nativity is the outpouring of the divine treasure.

The Entrance is shrouded in silence. No crowds, no trumpets—only the quiet marvel of the angels, who, according to tradition, feed the child Mary with heavenly bread. St. Gregory of Nyssa tells us that “God delights to work in secret that which He later reveals in glory.”

The Nativity, by contrast, resounds with proclamation—angels singing to shepherds, a star calling magi, heaven and earth rejoicing. The silence of the Temple prepares the song of Bethlehem. What begins in stillness ends in cosmic praise.

In the Temple, Mary is formed—physically, spiritually, and mystically. The Fathers describe her upbringing as a continual ascent into holiness. St. John of Damascus writes that she “grew like a lily in the midst of thorns.”

At the Nativity, she becomes the fulfillment of that formation. The one formed in holiness now brings forth “the Holy One of Israel.” All her preparation leads to this moment when she becomes not only the Temple but the Gate through which God enters the world.

During the Entrance, little Mary ascends the steps of the Temple, climbing toward the Holy of Holies. This ascent is the icon of humanity rising slowly toward God, yearning for communion with Him.

At the Nativity, in a divine paradox, God descends the steps of heaven, born in a cave, laid in a manger, clothed in humility. What Mary does in miniature—ascending—Christ does in majesty—descending. The Entrance shows humanity seeking God; Christmas shows God seeking humanity.

In her Entrance, Mary is preserved in virginity as a living sign that God is preparing something utterly new. The Fathers emphasize that she is the “ever-virgin” not merely for purity, but to show that the coming salvation is not of human effort but of divine grace.

In the Nativity, this mystery reaches its summit: the Virgin gives birth, and her virginity remains intact. St. Ambrose famously teaches, “He entered the world through closed doors, and He left the tomb in the same way.” The Entrance reveals the virgin prepared; the Nativity reveals the virgin overshadowed by the Holy Spirit.

Therefore, the Entrance and the Nativity are not two separate stories but one mystery of love: The Temple is prepared; the Lord enters it. The Virgin is offered; God offers Himself. Silence prepares the hymn; the hymn reveals the mystery. Humanity ascends; God descends.

The Entrance gives us Mary, ready to receive God. The Nativity gives us Christ, ready to save humanity. In both feasts, God shows His humility and His lavish love; and in both feasts, humanity is invited to respond.

May we, like the Theotokos, become temples prepared for Christ. May we, like the shepherds, hasten to meet Him. And may the One born in Bethlehem also be born in our hearts. Amen!

Πνευματικά · Metropolis

The Evangelist Matthew and American Cinema

By His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden

Allow me to begin not from a Patristic text, but from a world we often consider distant from the Church: the world of cinema – the world of art, of images, of contemporary storytelling.

The Church is not afraid of modern culture; whatever bears seeds of truth, she embraces, illumines, and transforms. As Saint Justin the Philosopher says: “Πάντες οἱ σπερματικοὶ λόγοι τοῦ Θεοῦ εἰσί” – “All the seeds of truth belong to God.”

Today, we will take such a “seed” from contemporary cinema and plant it beside the Gospel: a modern, unpretentious, moving American film, “Beauty in the Broken.”

It is a film which, without knowing it, speaks the language of the Gospel. A story which, without intending it, mirrors the story of a great Saint: the former tax collector Matthew, who became Evangelist, Apostle, martyr, and guide of generations.

In this film we meet a young girl. A girl living on the margins: homeless, afraid, deeply wounded. A human being who, in the eyes of the world, is not worth paying attention to. People walk past her as if she does not exist; some pity her, others avoid her, others almost fear her. A “broken” life.

But then something unexpected and ultimately saving happens. Someone sees her. Looks at her deeply. Not as others look at her, but as God looks at the human being: beyond clothing, beyond poverty, beyond wounds.

A psychiatrist, a man with an open heart, sees in this girl not a ruined life, but a life that hides within itself an invaluable treasure: the gift of art, the gift of creativity.

And from that single look, the transformation begins. Not because the girl suddenly becomes perfect, but because someone has recognized her worth. This person has seen the beauty within the broken.

Which figure in Scripture most brings this girl to mind? Who so closely resembles an existence on the margins, misunderstood, condemned? Who also lived in fractures, in social disdain, in moral loneliness? The tax collector Matthew.

The one who became the author of the first Gospel. The one who wrote about Christ, because Christ first “wrote” upon his own heart.

Before becoming an Evangelist, Matthew was a tax collector. And tax collectors in that era – as the Fathers of the Church describe – were dishonored people.

Saint Cyril of Alexandria says: “Οἱ τελῶναι ἦσαν τοῖς πολλοῖς βδελυκτοί” – “Tax collectors were abominable to the many,” that is, repulsive to most people, and “ἄνθρωποι ἄδικοι” – “unjust people,” because they were considered collaborators with the Roman occupiers, people of shame.

Saint John Chrysostom notes that “tax collector” meant “ἄδικος κατ᾽ ἐπάγγελμα” – “a professional in injustice.”

Saint Gregory the Theologian underscores that people of this sort were regarded as “ἀνίατοι τῇ κακίᾳ” – “incurable in their wickedness.”

This is how the world saw Matthew. Just as the world in the film sees the young girl: a lost cause.

And yet, Someone passes by in front of him. Not just anyone – Christ, the God-Man. The only One who can see into the soul more deeply than anyone else.

And Christ sees him. He looks at him without contempt, without disgust, without suspicion, but with love. With that love which Saint Basil the Great calls “ἀγάπη ἡ ἁγιάζουσα τὰ ἀμαρτωλά” – “love that sanctifies even what is sinful.”

And then Christ says to Matthew two words that changed the history of the world: “Follow Me.”

He does not ask him to correct his mistakes first. He does not say, “Become better and then come.” He gives him neither deadline nor conditions. He says: Come as you are. With your cracks. With your mistakes. With your wounds. And I will transform you.

Saint John Chrysostom comments: “Οὐκ ἐκ λόγων μακρῶν, ἀλλ᾽ ἐκ μιᾶς ῥήσεως ἡ κλῆσις.” – “His calling did not come through long speeches, but through a single phrase.”

And elsewhere: “Εἷλκεν αὐτόν οὐ λόγων πλήθει, ἀλλὰ τῇ δυνάμει τοῦ βλέμματος.” – “He drew him not by a multitude of words, but by the power of His gaze.” Christ attracted him with the power of His divine look.

And Matthew rose up “immediately” and followed Him. From this moment onward, everything changes. The broken becomes strong. The margin becomes mission. Shame becomes glory.

Here the life of Matthew meets the film we mentioned. For what Christ does to Matthew is precisely what the doctor does to the girl in the film: He sees him. He recognizes him. He honors him. He lifts him out of insignificance. He gives him hope. He gives him identity.

In the film, when the girl paints, when she allows her soul to express itself, when her art gushes forth out of her wounds, we see something astonishing: the cracks do not disappear – they are transformed. They become color. They become lines. They become beauty.

So too with Matthew: his old self does not vanish, but is sanctified. His mistakes are not erased, but redeemed. His past is not cancelled, but transformed into Gospel.

Saint Gregory the Theologian says this in a striking way: “Ὁ Θεός μεταποιεῖ τὰ ταπεινὰ εἰς ὑψηλά, καὶ τὰ ἀτιμασμένα εἰς τίμια.” – “God transforms what is lowly into what is exalted, and what is dishonored into what is honorable.” He “sees the being of the heart and not the seeming.”

This is what He does with Matthew. He does not see a sinner, but a hidden Evangelist. He does not see an unjust tax collector, but a future Apostle. He does not see the sin; He sees the beauty hidden within the broken.

This is what happens with Matthew. This is what happens in the film. This is what can happen for each one of us.

After his calling, Matthew does not simply become a believer. He becomes an Evangelist. He writes the first Gospel in order.

Saint Jerome says that the Gospel according to Matthew is the “Gospel of the prophecies,” because it shows that Christ fulfills the entire Law and the Prophets.

Saint Athanasius the Great calls Matthew’s Gospel “a fountain of truth and a treasury of wisdom.”

Saint Chrysostom says that the Sermon on the Mount – which only Matthew records in such detail – is “the Constitution of the Kingdom of God.”

The once “unjust tax collector” writes the Constitution of the Kingdom of God!

But he does not stop there. He becomes an Apostle. He becomes a missionary. He reaches distant nations. He preaches Christ to peoples unknown. He endures persecutions. And finally, he offers his life.

Chrysostom says: “Οἱ ἀπόστολοι ἐσφράγισαν τὸ εὐαγγέλιον οὐ λόγοις, ἀλλ᾽ αἵματι.” – “The Apostles sealed the Gospel not with words, but with blood.”

This is what Matthew does as well. He gives what he had: his life. This entire journey of holiness begins from a single look and two words. From the fact that Christ saw the beauty within the broken.

We all have cracks. We all have weaknesses, fears, wounds. No one is perfect, but Christ does not ask for perfection. He asks for a heart. He asks for a will. He asks that we open for Him even a small window so that He may enter and dwell within us.

Saint Basil says: “Οὐκ ἀπαιτεῖται τέλειος ἀρετή, ἀλλὰ προαίρεσις ἁγία.” – “What is required is not perfect virtue, but a holy disposition.” God does not wait for us to become saints in order to love us. He loves us so that we may become saints.

Just as, in the film, the girl discovers the power of art through the love of someone who believed in her, so too we discover our own gift when we allow Christ to see us.

Today, Christ says to us the very words He spoke to Matthew: “Follow Me.” Come. With your wounds, with your past, with your mistakes, with your weaknesses, with your “cracks,” because it is there, in the cracks, that the light enters.

Saint Nicholas Cabasilas says that the grace of God enters “ἐν ταῖς χαραγμαῖς τῆς ψυχῆς” – “into the cuts of the soul.” Into the scratches of the soul. Where we hurt. Where we are weak. There God opens a way.

We honor a Saint who teaches us that Christ does not see as the world sees. The world sees what is broken. Christ sees the beauty within the broken. The world sees sin. Christ sees a mission. The world sees the past. Christ sees the future.

This is why the message of Saint Matthew is so contemporary. Matthew – like the heroine of the film – teaches us that you are not what others, the ill-intentioned and toxic, say you are. You are not your mistakes. You are not your wounds. You are not your fears. You are what God sees within you!

Saint Gregory the Theologian says: “Τῷ Θεῷ οὐ τὸ τέλειον ἀρέσκει, ἀλλὰ τὸ προσφερόμενον.” – “What pleases God is not what is perfect, but what is offered.”

So let us also become people who see beauty. Let us learn to see others as Christ sees them. Let us learn to see ourselves as Christ sees us.

If a tax collector became an Evangelist, if a girl on the margins became an artist, then we too, by the grace of God, can become something we cannot yet imagine.

And if you allow Christ – if you open even a small chink in your heart – then you will see that what you consider cracks are in reality the very points where the light will enter. Because in the life of the Christian, as in art, the most beautiful designs are painted on surfaces that have been wounded.

Let us therefore be inspired by this film, by this parable of our age. Let us be inspired by the story of Saint Matthew. Let us learn to see others not through their fractures, but through their gifts. Let us learn to see beauty where the world sees only failure. And above all, let us learn to see ourselves as Christ sees us – through the promise of transformation.

The tax collector became an Evangelist. The weak became an Apostle. The broken became beauty. May our own life likewise become a wondrous story of transformation. May it become a small continuation of the Gospel. For, as Saint Basil the Great says: “Every Christian is called to become a living Gospel!”

Πνευματικά

Οι Αγγελικές Δυνάμεις κι ο άγγελος φωτός π. Ευσέβιος Βίττης

Ομιλία Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα
στην Σύναξη των Παμμεγίστων Ταξιαρχών
Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Νικολάου Ρέττβικ Σουηδίας
Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2025

Αιδεσιμολογιώτατε π. Γεώργιε,
Μουσικολογιώτατοι,
Ευλαβείς προσκυνηταί και φιλέορτοι Χριστιανοί,

Σήμερα, η Εκκλησία μας τιμά τους Αρχιστρατήγους Μιχαήλ και Γαβριήλ και όλες τις Αγγελικές Δυνάμεις. Είναι ημέρα φωτός και ουράνιας ευφροσύνης, ημέρα που ο ορατός και ο αόρατος κόσμος ενώνονται σε κοινή δοξολογία του Θεού.

Οι άγγελοι, οι αόρατοι λειτουργοί του Υψίστου, είναι πνεύματα αγάπης και διακονίας. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ στάθηκε με ανδρεία εναντίον του κακού, λέγοντας το αιώνιο «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου» κι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έγινε ο φορέας της χαρμόσυνης αγγελίας προς την Θεοτόκο, αναγγέλλοντας την σωτηρία του κόσμου.

Στην παρουσία των Αρχαγγέλων, βλέπουμε το πρότυπο της υπακοής, της πίστεως, και της ιεραποστολής, διότι κι οι ίδιοι είναι «αποστελλόμενοι», δηλαδή ιεραπόστολοι του ουρανού, που μεταφέρουν το μήνυμα της σωτηρίας στους ανθρώπους.

Mε βαθιά συγκίνηση, συνδέουμε αυτήν την εορτή με το μνημόσυνο του μακαριστού Γέροντος π. Ευσεβίου, του και κτήτορος του παρόντος Ησυχαστηρίου, ενός αληθινού ιεραπόστολου που υπηρέτησε τον Θεό στα ευλογημένα εδάφη της Σκανδιναυΐας, αποτελώντας ζωντανή εικόνα της αγγελικής αποστολής μέσα στον κόσμο.

Ο πατήρ Ευσέβιος υπήρξε άνθρωπος, με φτερά πίστεως. Άφησε την άνεση του τόπου του κι ήρθε στα μακρινά εδάφη της Σκανδιναυΐας, για να μεταφέρει την ζεστασιά του Ευαγγελίου, σε τόπους, όπου η Ορθοδοξία ήταν σχεδόν άγνωστη. Έγινε άγγελος φωτός, τελώντας την Θεία Λειτουργία, διδάσκοντας, εξομολογώντας,  παρηγορώντας, συγγράφοντας κι αγκαλιάζοντας όλους με πατρική αγάπη και ενδιαφέρον.

Με την σεμνότητά του και την βαθιά θεολογική του καλλιέργεια και κατάρτιση, έγινε σημείο αναφοράς για πλήθος ανθρώπων, Ελλήνων μεταναστών και Σκανδιναυών, που γνώρισαν μέσα από εκείνον την ζωντανή παρουσία της Ορθοδοξίας.

Όπως οι άγγελοι, έτσι κι εκείνος δεν ζούσε για τον εαυτό του, αλλά για τον Χριστό και τον συνάνθρωπο. Η πίστη του ήταν ήρεμη, σταθερή, η ζωή του σιωπηλή, καρποφόρα.

Σήμερα, που τον μνημονεύουμε υπέρ αναπαύσεως, νιώθουμε πως ενώνεται με τις ουράνιες Δυνάμεις που τιμούμε. Ο πατήρ Ευσέβιος συνεχίζει την διακονία του ενώπιον του Θεού, ως πρεσβευτής υπέρ πάντων ημών. Η επίγεια ιεραποστολή του ολοκληρώθηκε, η ουράνια όμως έχει αρχίσει από την εκδημία του, εδώ και 16 έτη.

Ας τον θυμόμαστε με ευγνωμοσύνη και διάθεση για μίμηση.Να αγαπούμε, να συγχωρούμε, να προσευχόμαστε, να εργαζόμαστε ταπεινά για το Ευαγγέλιο, όπως κι εκείνος κι έτσι, θα γίνουμε κι εμείς μικροί άγγελοι μέσα στον κόσμο, φέροντας το φως του Θεού στις ψυχές που το αναζητούν.

Ας είναι αιωνία η μνήμη του μακαριστού πατρός Ευσέβιου, του γλυκέως αυτού ιεραποστόλου και πνευματικού πατρός και ας πρεσβεύει μαζί με τους Αγίους Αρχαγγέλους για όλους μας, ώστε κάποτε κι εμείς να αξιωθούμε να ψάλουμε μαζί τους το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ». Αμήν!

Πνευματικά

8 Νοεμβρίου – Σύναξις των Αρχαγγέλων

Σύναξις Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ πασῶν τῶν Ἀσωμάτων καὶ Οὐράνιων Δυνάμεων

(πηγή www.synaxarion.gr)

Ἡ Ἐκκλησία μας στις 8 Νοεμβρίου γιορτάζει τὴν Σύναξη τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, καθὼς καὶ τῶν ὑπολοίπων Ἀσωμάτων καὶ Οὐρανίων Ἀγγελικῶν Ταγμάτων. Ἡ Ἁγία Γραφή, ἀναφέρει σὲ πολλὰ σημεῖα τὴν ἐπικοινωνία τῶν ἀνθρώπων μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἰδιαίτερα μὲ τοὺς ἐπικεφαλεῖς τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ.

Συγκεκριμένα, ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ ἐμφανίσθηκε στὸν Ἀβραὰμ γιὰ νὰ σώσει τὸν Ἰσαάκ, τὸν ὁποῖο ἦταν ἕτοιμος νὰ θυσιάσει κατ’ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ θέλησε νὰ δοκιμάσει ἔτσι τὴν πίστη τοῦ δούλου του Ἀβραάμ, στὸν Λῶτ, γιὰ νὰ τὸν σώσει ὅταν ὁ Θεὸς ἀποφάσισε νὰ καταστρέψει τὰ Γόμορα, στὸν Πατριάρχη Ἰακώβ, στὸν μάντη Βαρλαάμ, στὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ. Ἐπίσης ὁ Μιχαήλ, ἦταν αὐτὸς ποὺ ὁδήγησε τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ στὴ φυγὴ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Οἱ ἅγιες Γραφὲς ἀναφέρουν ἀκόμη πολλὰ θαύματα, τὰ ὁποία ἐπιτέλεσε ὁ ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ.

Ὁ δὲ Γαβριὴλ ἦταν αὐτὸς ποὺ ἀνήγγειλε στὴν Παρθένο Μαρία τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς γέννησης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτήρα τοῦ κόσμου. Καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, συναντᾶμε τοὺς Ἀγγέλους νὰ μεταφέρουν στοὺς εὐσεβεῖς ἀνθρώπους τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀποβλέπει πάντα στὴν προστασία καὶ στὴν λύτρωσή μας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τῶν οὐρανίων στρατιῶν Ἀρχιστράτηγοι, δυσωποῦμεν ὑμᾶς ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, ἵνα ταῖς ὑμῶν δεήσεσι τειχίσητε ἡμᾶς, σκέπῃ τῶν πτερύγων, τῆς ἀΰλου ὑμῶν δόξης, φρουροῦντες ἡμᾶς προσπίπτοντας, ἐκτενῶς καὶ βοώντας· Ἐκ τῶν κινδύνων λυτρώσασθε ἡμᾶς, ὡς Ταξιάρχαι, τῶν ἄνω Δυνάμεων.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῶν ἐννέα Ταγμάτων. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς ἀνάρχου Τριάδος λειτουργοὶ οἱ ἀσώματοι, τῶν ἀκαταλύπτων οἱ πρῶτοι, μυστηρίων ἐκφάντορες, σὺν Θρόνοις Χερουβεὶμ καὶ Σεραφείμ, Δυνάμεις Ἐξουσίαι καὶ Ἀρχαί, Κυριότητες Ἀρχάγγελοι οἱ λαμπροί, καὶ Ἄγγελοι ὑμνείσθωσαν. Δόξα τῷ ὑποστήσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ καταλάμποντι, δόξα τῷ ὑμνουμένῳ δι’ ὑμῶν, τρισαγίοις ᾄσμασι.

Κοντάκιον. Ἦχος β’.
Ἀρχιστράτηγοι Θεοῦ, Λειτουργοὶ θείας δόξης, τῶν ἀνθρώπων ὁδηγοί, καὶ ἄρχηγοι Ἀσωμάτωv, τὸ συμφέροv ἡμῖv αἰτήσασθε, καὶ τὸ μέγα ἔλεος, ὡς τῶv Ἀσωμάτων Ἀρχιστράτηγοι.

Μεγαλυνάριον.
Πρόκριτοι Δυνάμεων νοερῶν, Μιχαὴλ πρωτάρχα, καὶ λαμπρόμορφε Γαβριήλ, σὺν ταῖς οὐρανίαις, αἰτεῖτε στρατηγίαις, ἠμῖν καταπεμφθῆναι, τὸ μέγα ἔλεος.

Πνευματικά

St. Nectarios of Pentapolis, Jairus & the woman suffered a flow of blood

By H.E. Metropolitan Cleopas of Sweden

Today, on the 7th Sunday of the Gospel of Luke, we hear the wondrous account of the healing of the woman with the issue of blood and the raising of the daughter of Jairus, the ruler of the synagogue. And on this same day, the Church also sets before us the holy and wonder-working Saint Nectarios of Pentapolis, that radiant vessel of humility, patience, and unwavering faith in Christ.

How fitting are these commemorations together—for in both the Gospel and in the life of St. Nectarios, we behold the interplay of faith, suffering, patience, and divine healing.

The Evangelist tells us that for twelve years, this woman suffered a flow of blood, a condition that not only caused terrible physical weakness, but also rendered her religiously unclean and socially isolated. She bore physical pain, emotional humiliation, and spiritual loneliness.

She did not demand attention, nor cry out publicly, but said in her heart: “If I only touch the edge of His garment, I shall be made well.”

Her healing began not with touch, but with faith. Christ did not ask, “Who touched Me?” because He lacked knowledge, but to reveal her faith publicly, so that others, like us today, might be strengthened by her example.

Jairus, the ruler of the synagogue, approached Christ openly. While the woman showed silent faith, Jairus showed public faith. But his faith, too, was tested. When the news came that his daughter had died, those around him said: “Do not trouble the Teacher anymore.”

But Christ answered him: “Do not fear. Only believe.”

Saint Basil the Great teaches: “Faith is not the absence of sorrow, but the refusal to surrender to it.”

Jairus continued walking with Christ—even when the world told him it was hopeless. Christ, who is the Giver of Life, entered the house of mourning and transformed it into a house of resurrection.

In Saint Nectarios of Pentapolis, whose memory we commemorate today, we see both the silent endurance of the suffering woman and the steadfast faith of Jairus.

He was falsely accused, slandered, exiled, misunderstood, and humiliated. Like the woman, he suffered in silence. Like Jairus, he kept walking with Christ when others told him to give up.

Saint Nectarios did not allow bitterness to take root in his heart. Instead, he prayed for his accusers and thanked God for every trial. His very life teaches us that holiness grows where there is patience in suffering. God glorified him, not during his earthly life, but after death, just as the Lord raised Jairus’ daughter.

Today, thousands travel to his monastery in Aegina—wounded in body and soul—and they find healing through his intercessions. As the woman touched the garment of Christ, so the faithful now touch the relics of St. Nectarios and they are healed. For the saints are the hands of Christ stretched forth into our time.

The Gospel invites us to examine our faith today. Do we pray as the suffering woman prayed—quietly, persistently, with humility? Do we walk with Christ as Jairus did, even when circumstances seem hopeless? Do we endure injustice and hardship as St. Nectarios did, without anger, trusting in the judgment of God?

We, too, have illnesses—some of the body, many of the heart: resentment, anxiety, depression, impatience, fear. Let us come to Christ—not demanding, but trusting!

Πνευματικά

Η περιοδεία του Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως στο Άγιον Όρος

Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα

Το Άγιον Όρος, “το περιβόλι της Παναγίας”, υπήρξε ένας τόπος που ιδιαιτέρως είλκυε την φιλέρημο ψυχή του μητροπολίτου Νεκταρίου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, μετά την απομάκρυνσή του από το πατριαρχείο Αλεξανδρείας, επροτίμησε ως τόπο διαμονής του το Άγιον Όρος και όχι την μονή της μετανοίας του, την Νέα Μονή της Χίου. Αυτό εξυπηρετούσε δύο σκοπούς· αφενός μεν, το Άγιον Όρος, ως κιβωτός της παραδόσεως και καρδία του Ορθοδόξου μοναχισμού, είλκυσε τον ιεράρχη, και αφετέρου η μελέτη στις περίφημες βιβλιοθήκες των μονών του Άθω θα του προσέφερε πλούσιο υλικό, προς εξακολούθησιν της συγγραφής των έργων του.

Επειδή όμως το θέλημα του Θεού ήτο να διακονήσει την Ελλαδική Εκκλησία, πρώτον ως ιεροκήρυξ και εν συνεχεία ως διευθυντής της Ριζαρείου, ο διακαής πόθος του αγίου να μεταβεί στον Άθω εξεπληρώθη το καλοκαίρι του 1898. Στις θερινές διακοπές του έτους εκείνου, ο φιλομόναχος Νεκτάριος θα εύρισκε την ευκαιρία, να απαλλαγεί για λίγο από τον φόρτο των εκπαιδευτικών και ποικίλλων καθηκόντων του και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικώς στην εσωτερική πνευματική άσκηση, την προσευχή και την μελέτη. Το ταξίδι αυτό αποτελούσε έκφραση ευγνωμοσύνης του προς την Κυρία Θεοτόκο, για τις άπειρες προς αυτόν ευεργεσίες.

Προτού αναχωρήσει, σύμφωνα με τους κανονισμούς, ο άγιος Νεκτάριος ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο υπάγεται ο Άθως, κανονική άδεια μεταβάσεως και παραμονής σε αυτόν. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος ο Ε΄, δια της από 30ης Μαΐου 1898 επιστολής του προς τους επιστάτες και αντιπροσώπους της αγιορειτικής κοινότητος, συνιστούσε τον όσιο και τους παρακαλούσε να του παράσχουν “πᾶσαν δυνατήν εὐκολίαν καί ἄνετον ἐκπλήρωσιν οὗ ἐμφορεῖται πόθου.” Ἐλαβε, επίσης, και την έγγραφο συγκατάθεση του διοικητικού συμβουλίου της Ριζαρείου και “κατά τό ἄρθρ. 24 τοῦ Νέου Ὀργανισμοῦ”, στην διεύθυνση “θέλει ἀναπληροῖ ὁ Οἰκονόμος τῆς σχολῆς”.

Η ιερά κοινότης του Αγίου Όρους υπεδέχθη τον λόγιο ιεράρχη, με τιμές ανάλογες του αξιώματός του και, δια της από 30ης Ιουλίου 1898 επιστολής του προς τις είκοσι ιερές μονές, συνιστούσε τον άγιον Πενταπόλεως ως έναν “τῶν μᾶλλον εὐπαιδεύτων καί διαπρεπῶν τῆς Ἀνατολ. Ὀρθ. Ἐκκλησίας Ἱεραρχῶν, γνωστόν ἔκ τε τῶν πολλῶν καί ποικίλων θεολογικῶν καί λοιπῶν ἐκκλησιαστικῶν Αὐτοῦ συγγραφῶν”, για να του παρασχεθεί πάσα διευκόλυνσις μελέτης και ιεροπραξίας, κατά τον πόθο του.

Δεν γνωρίζουμε, αν ο άγιος επεσκέφθη όλες τις ιερές μονές, αλλά σύμφωνα πάντοτε με τις πληροφορίες των Αγιορειτών πατέρων και των βιογράφων του, επεσκέφθη τις περισσότερες εξ αυτών. Οι Αγιορείτες αντίκρισαν έναν χαμηλόθωρο κληρικό, με μοναχική περιβολή, χωρίς να φέρει επάνω του το διακριτικόν της αρχιερωσύνης, το εγκόλπιο.

Με την απέριττη ενδυμασία, ο ασκητής άγιος αποσκοπούσε στην αποφυγή αποδόσεως τιμών προς το πρόσωπόν του, εκ μέρους των μοναχών, καθ’ όλην την διάρκεια της παραμονής του στον Άθω. Ο ίδιος επιζητούσε την εσωτερική μόνωση και την πνευματική εμπειρία, που θα αποκτούσε από τις συναναστροφές του με τους ασκητές.

Σύμφωνα με την αγιορείτικη προφορική παράδοση, η περιοδεία του αγίου άρχισε από την ιερά μονή του Οσίου Διονυσίου, όπου αντέγραψε από κώδικα της εκεί βιβλιοθήκης επιστολή του Πάπα Ιωάννου του Η΄ προς τον Μέγα Φώτιο, την οποία περιέλαβε στο έργο του, “Περί τῶν αἰτιῶν τοῦ Σχίσματος”.

Στην συνέχεια, επεσκέφθη την ιερά μονή της Μεγίστης Λαύρας, στις 7 Αυγούστου του 1898, όπως μαρτυρείται από την ιδιόχειρη αφιέρωσή του στο βιβλίο των επισκεπτών.

Ο επόμενος σταθμός της περιοδείας του ήτο η ιερά μονή Σίμωνος Πέτρας, όπου συνεδέθη με δεσμούς φιλίας με τον τότε ηγούμενο της μονής, γέροντα Ιερώνυμο. Ο δεύτερος επεσκέπτετο τακτικώς τον άγιο στην Αθήνα και στο μοναστήρι του στην Αίγινα.

Ακολούθως, μετέβη στην ιερά μονή του Οσίου Γρηγορίου, ο καθηγούμενος της οποίας, γέρων Αθανάσιος, συνιστούσε στην αδελφότητά του, να μελετά τα συγγράμματα του αγίου Νεκταρίου. Ο αείμνηστος ιατρός και αδελφός της μονής Νικόλαος γνώριζε τον άγιο από τα νεανικά του χρόνια. Διηγείτο ότι είδε πολλά θαύματα του αγίου και ένεκα αυτών εγκατέλειψε τα εγκόσμια και την καριέρα του και ηκολούθησε την μοναστική πολιτεία.

Μία επιστολή ευρέθη σε “Ἐπιστολάριον”, στα αρχεία της ιεράς μονής Ξενοφώντος. Σύμφωνα με την άποψη του βιβλιοθηκαρίου της μονής, ιερομονάχου Θεωνά, ο άγιος Νεκτάριος απηύθυνε την επιστολή αυτή προς τον τότε βιβλιοθηκάριο μοναχό Χρυσόστομο, δια της οποίας τον επληροφόρει για την λήψη των αντιτίμων της μελέτης του “Εὐαγγελική Ἱστορία”. Η αχρονολόγητη αυτή επιστολή, προφανώς, συνετάχθη το 1903, έτος εκδόσεως της “Εὐαγγελικῆς Ἱστορίας”.

Κατά την επίσκεψίν του εις την ιερά μονή των Ιβήρων, ο άγιος Νεκτάριος σημείωσε τα εξής στο “Βιβλίον τῶν ἐπισκεπτῶν”: “Νηστεία καί παρθενία πτέρυγες πνευματικαί πρός μεταρσίωσιν καί τελείωσιν, ἀλλ’ ἥ τε νηστεία καί παρθενία καθ’ ἑαυτά οὔτε καλόν οὔτε κακόν, ἀλλ’ ἀπό τῆς τῶν μετιόντων προαιρέσεως ἑκάτερον γίνεται, κατά τόν θεῖον Χρυσόστομον. Προαιρέσεως ἄρα δεόμεθα ἀγαθῆς, νηστείαν ἀσκοῦντες καί παρθενίαν ὅπως ἀναβῶμεν πνευματικά καί ἀχθῶμεν εἰς τήν Χριστιανικήν τελειότητα. Ἔτι δέ προαίρεσις τό ἀνακινεῖσθαι πρός τελείωσιν. Ἔν τῇ Ἱερᾷ, καί Σεβασμίᾳ Μονῇ τῶν Ἰβήρων τῇ 16 Αὐγούστου Ἔτους Σωτηρίου 1898. Ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος”.

Περνώντας από διάφορες σκήτες, ο σεβάσμιος κληρικός έφθασε στην Μικρά Αγία Άννα, όπου συνομίλησε με ερημίτες και ασκητές. Κάποιος μάλιστα εξ αυτών, που είχε προορατικό χάρισμα, απεκάλυψε στον άγιο την αρχιερατική του ιδιότητα, παρ’ ότι εξωτερικώς έδειχνε ως άσημος μοναχός. Στην περιοχή εκείνη, εγνωρίσθη με τους γέροντες Χρύσανθο Βρέτταρο και Μηνά Μαυροβούνιο. Ο δεύτερος, συζητώντας με τον θεοφόρο Νεκτάριο, επί δύο ημερόνυχτα λησμονήθηκαν. Είχαν μεταρσιωθεί σε ουράνιες θεωρίες.

Ο άγιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης, ιδρυτής της μοναστικής αδελφότητος των Δανιηλαίων, εφιλοξένησε τον διευθυντή της Ριζαρείου στην σκήτη του. Ο Δανιήλ εδέχετο την οικονομική ενίσχυση του μητροπολίτου για την ανέγερση του μονυδρίου της σκήτης του, καθώς και αντίτυπα των έργων του, με ιδιόχειρη αφιέρωση. Θέλοντας να δείξει ο αγιορείτης πατήρ την ευγνωμοσύνη του για τις κάθε είδους ευεργεσίες που εδέχετο από τον ελεήμονα επίσκοπο, τον αποκαλούσε “κτίτορα και πατέρα και καθηγούμενο τοῦ ἱεροῦ κελλίου” του.

Σύμφωνα με την άποψη του μακαριστού ηγουμένου της μονής Παναγίας Τατάρνης, αρχιμανδρίτου π. Δοσιθέου Κανέλλου, στην αδελφότητα των Δανιηλαίων του Αγίου Όρους υπήρξε κάποιος ιερομόναχος, ονόματι Αθανάσιος Βίττος Δανιηλίδης, μέγας οικονόμος και πνευματικός, ο οποίος, μετά από μακροχρόνια μαθητεία κοντά στον γέροντα Δανιήλ, ανεχώρησε από το Άγιον Όρος και ήλθε στην Αθήνα, φέροντας μαζί του την “Ἐπιστολογραφία τοῦ Ὁσιωτάτου Πατρός Δανιήλ Σμυρναίου, Ἁγιογράφου, τοῦ ἐν Κατουνακίοις Ἁγίου Ὄρους Ἄθω”, ή τό “Χειρόγραφον Ἐπιστολάριον”, όπως αλλιώς το ονόμαζε ο Αθανάσιος, το οποίο περιείχε αντίγραφα μέρους της αλληλογραφίας του γέροντος Δανιήλ με τον άγιο Νεκτάριο.

Η “Ἐπιστολογραφία” περιείχε μεταξύ άλλων τις εξής τέσσαρες επιστολές· τις από 8ης Μαρτίου και 5ης Ιουνίου 1903 επιστολές του γέροντος Δανιήλ προς τον άγιο Νεκτάριο και μία αχρονολόγητη του αγίου Δανιήλ, περί μοναχικής διατυπώσεως, καθώς και την από 30ης Μαρτίου 1903 επιστολή του αγίου Νεκταρίου προς τον γέροντα Δανιήλ, η οποία διακρίνεται για το φιλοσοφικό της βάθος. Σ’ αυτήν, ο άγιος έκανε λόγο για τις δοκιμασίες, που οδηγούν την ψυχή στην αληθινή φιλοσοφία, δια της οποίας καλούμεθα όλοι, ιδιαιτέρως οι μοναχοί, να γίνομε φιλόσοφοι. Ο ιεράρχης επεσφράγισε τον λόγο του με την πράξη, αποστέλλοντας στον γέροντα Δανιήλ ένα κιβώτιο με δέκα τρεις ογκώδεις τόμους των έργων του Χρυσοστόμου, εκδόσεως Βενετίας 1734-1741.

Εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης, ο άγιος Δανιήλ απέστειλε την από 8ης Μαρτίου 1903 επιστολή του στον άγιο Νεκτάριο, καθώς και την από 5ης Ἰουνίου 1903 επιστολή του, η οποία εχαρακτηρίσθη από τον συντάκτη της ως “Ἀπάντησις τῆς 13ης εἰς τόν Ἅγιον Πενταπόλεως κ. Νεκτάριον”, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης επιστολής.

Στην συνέχεια της προσκυνηματικής περιοδείας του, ο άγιος Νεκτάριος, εφιλοξενήθη για τρεις ημέρες στην καλύβα του γέροντος Ιωάσαφ, στην σκήτη της Αγίας Άννης, όπου ετιμάτο στην μνήμη του ιερού Χρυσοστόμου. Ο μοναχός Ιωάσαφ κατήγετο από την Μάδυτο, η οποία βρίσκεται κοντά στην Σηλυβρία. Αυτό προφανώς συνετέλεσε στην σύναψη πνευματικής φιλίας και αλληλογραφίας, που διετηρήθη μεταξύ των δύο ανδρών.

Ο σπηλαιώτης γέρων Αβιμέλεχ Μπονάκης, διακρινόμενος για την πραότητα και την ακτημοσύνη του, απέσπασε την συμπάθεια του αγίου, όταν αυτός πέρασε από την σπηλιά που διέμεινε, στην σκήτη της Αγίας Άννης. Ο υμνογράφος Αβιμέλεχ συνήψε φιλία και αλληλογραφία με τον άγιο και υπήρξε ο πρώτος βιογράφος του.

Η δίμηνη προσκυνηματική περιοδεία του μητροπολίτου Νεκταρίου στο Άγιον Όρος έλαβε τέλος κάπου στα τέλη Αυγούστου του 1898, οπότε και επέστρεψε στα καθήκοντά του στην Ριζάρειο. Η επίσκεψη αυτή επέδρασε καταλυτικώς στις περί μοναχισμού αντιλήψεις του, δια των οποίων συνέβαλε στην ανανέωση του Ορθοδόξου μοναχισμού. Εκεί εγνώρισε το μοναχικό αγιορείτικο ήθος και με την δεκτικότητα της ψυχής του τα ενστερνίσθη, όπως μαρτυρείται και από την σύνθεση του “Θεοτοκαρίου”, με το οποίο εξύμνησε την Κυρία Θεοτόκο.

“Ἡ γνωριμία και φιλία τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου μέ τούς ἐναρέτους Ἁγιορεῖτες Πατέρες Δανιήλ τόν Κατουνακιώτη, Νικόδημο τόν Καυσοκαλυβίτη, Ἰωάσαφ τόν Ἁγιαννανίτη, Νεῖλο τόν Σιμωνοπετρίτη, Θεοφύλακτο τόν Ἁγιορείτη, Σωφρόνιο Κατουνακιώτη τόν Κεχαγιόγλου, Ἰωακείμ Νεοσκητιώτη τόν Σπετσιέρη, Ἱερώνυμο τόν Σιμωνοπετρίτη, Ἀβιμέλεχ Μικραγιαννανίτη τόν Μπονάκη, Χρύσανθο Ἁγιαννανίτη τόν Βρέτταρο, τόν Ἅγιο Σάββα τῆς Καλύμνου τόν Ἁγιαννανίτη καί ἄλλους, τοῦ ἔδωσε τήν εὐκαιρία νά συνδεθεῖ πνευματικῶς μέ τούς ἀξιολογώτερους Ἁγιορεῖτες Πατέρες τῆς ἐποχῆς, ὥστε νά συνευφραίνεται ψυχικῶς, ν’ ἀναπαύεται τό πνεῦμα του, πού πάντα ζητοῦσε ἐργάτες τῆς ἀρετῆς καί νά μεταφέρει στόν κόσμο τ’ ἀσκητικά βιώματα.”

Η επίδρασις που ήσκησε ο Άθως στον φιλομόναχο άγιο Πενταπόλεως ήτο εμφανής στην εξωτερική του εμφάνιση. Ήτο συνήθως ενδεδυμένος με το ράσο του, τον καλογερικό σκούφο κι ένα μικρό ασημένιο επιστήθιο σταυρό. Την μεγάλη του αγάπη προς τον μοναχισμό έδειξε ο άγιος και με την σύνθεση του “Θεοτοκαρίου” και με την ίδρυση της γυναικείας κοινοβιακής ιεράς μονής Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, το 1904. Η εξ ολοκλήρου αφοσίωσή του στην σύσταση και ανοικοδόμηση της μονής του απετέλεσε τον κύριο λόγο της παραιτήσεώς του από τα καθήκοντά του στην Ριζάρειο.

Ήδη, πριν την παραίτησή του, την τετραετία 1904-1908, με τις “Κατηχητικές Ἐπιστολές” που απηύθυνε προς τις δόκιμες μοναχές στην Αίγινα, παρείχε πατρικές υποθήκες για την ακριβή τήρηση των όρων της πνευματικής αθλήσεως και μοναχικής ζωής. Ο ασκητής επίσκοπος ανεδείχθη διδάσκαλος της μοναχικής πολιτείας, διότι οι εν λόγω επιστολές του “ἀποτελοῦν ἀρίστην Πατερικήν διδασκαλίαν καί φῶς διά τούς ἀκολουθούντας τήν ἀγγελομίμητον ζωήν.”

Ο προστάτης της Αιγίνης διετήρησε την επαφή του με τους Αγιορείτες πατέρες, μέχρι το τέλος του επιγείου βίου του. Διακής πόθος του ήτο να επισκέπτεται τακτικώς το Άγιον Όρος, προς “πνευματικήν ἀναψυχήν”, όπως ο ίδιος έγραφε χαρακτηριστικώς σε επιστολή του προς τον άγιο Δανιήλ τον Κατουνακιώτη. Οι υποχρεώσεις όμως που είχε αναλάβει έναντι της αδελφότητος της μονής του στην Αίγινα, αλλά και η προς το τέλος της ζωής του επώδυνη ασθένεια που τον κατέβαλε σταδιακώς, ανέκοψαν την εκπλήρωση της επιθυμίας του.

(Απόσπασμα από την μελέτη του Μητροπολίτου Σουηδίας Κλεόπα Στρογγύλη, Ἀνέκδοτες Ἐπιστολές Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Τόμος Α´& Β´ (2023), Εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.)

Πνευματικά

Άγιος Δημήτριος ο Μεγαλομάρτυς, Θαυματουργός και Μυροβλύτης

Πηγή: www.agioskosmas.gr

1. Το σύντομο Συναξάρι του “Μηναίου” 

Ο ένδοξος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων της Ρώμης Διοκλητιανού (284-304) και Μαξιμιανού (286-305). Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Από τους γονείς του πήρε την ευσέβεια και ο ίδιος υπήρξε διδάσκαλος της χριστιανικής πίστης.

Όταν κάποτε ο Μαξιμιανός πήγε στη Θεσσαλονίκη, ακούγοντας όσα έλεγαν όλοι για την αρετή και τη μεγάλη πίστη του Δημητρίου στον Θεό, διέταξε και τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν.

Ο αυτοκράτορας αυτός καμάρωνε για έναν άντρα, με τ’ όνομα Λυαίος, που ήταν γιγαντόσωμος και πολύ δυνατός και τους ξεπερνούσε όλους. Ο Μαξιμιανός θέλοντας να τιμήσει το Λυαίο, παρακινούσε τους Θεσσαλονικείς να μπουν στο στάδιο και να παλέψουν μαζί του.

Τότε ένας νέος στην ηλικία χριστιανός, που τον έλεγαν Νέστορα, επισκέφθηκε τον άγιο Δημήτριο στην φυλακή και του είπε:

“Δούλε του Θεού, θέλω να αντιμετωπίσω τον Λυαίο. Προσευχήσου για μένα στον Κύριο”.

Ο άγιος, αφού πρώτα έκανε στο μέτωπο του Νέστορα το σημείο του σταυρού, του είπε:

– “Και το Λυαίο θα νικήσεις, αλλά και για το Χριστό θα μαρτυρήσεις”!

Έτσι λοιπόν ο Νέστορας, παίρνοντας δύναμη και θάρρος από τα λόγια αυτά του αγίου Δημητρίου, αντιμετώπισε τον Λυαίο, τον θανάτωσε και ταπείνωσε την αλαζονεία του.

Ο Μαξιμιανός ντροπιάστηκε πολύ από το γεγονός ότι το καμάρι του, ο Λυαίος, είχε τόσο ταπεινωτικό και απρόσμενο τέλος. Ερευνώντας όμως το θέμα, πληροφορήθηκε ότι αίτιος της σφαγής του Λυαίου ήταν ο άγιος Δημήτριος. Χωρίς χρονοτριβή λοιπόν έστειλε στη φυλακή στρατιώτες, με την εντολή να λογχίσουν την πλευρά του πέρα ως πέρα.

Οι στρατιώτες εκτέλεσαν πάραυτα την εντολή κι έτσι ο ένδοξος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος παρέδωσε στον Κύριο την ψυχή του και κοσμήθηκε με το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.

Μετά το μαρτυρικό του θάνατο ο Άγιος επιτελούσε πάρα πολλά θαύματα και παράδοξες θεραπείες.

Εξάλλου, πάλι με εντολή του Μαξιμιανού, αποκεφαλίστηκε από τους στρατιώτες και ο Άγιος Νέστορας, (Κατά το Συναξαριστή -27 Οκτωβρίου, ο Άγιος Νέστορας θανατώθηκε με τη χρησιμοποίηση του ίδιου του ξίφους του, με το οποίο είχε νικήσει τον Λυαίο).

2. Πηγές για τη ζωή, το μαρτύριο και τα θαύματά του

Ο Άγιος Δημήτριος είναι μία από τις πλέον δημοφιλείς μορφές στο ορθόδοξο Αγιολόγιο. Έτσι ίσως εξηγείται και το γεγονός ότι και νωρίτερα αλλά κυρίως από τον 6ο αιώνα κι εξής πολλοί συγγραφείς του αφιέρωσαν θερμά εγκώμια, ενώ εκκλησιαστικοί ποιητές και μελωδοί συνέταξαν ύμνους για να ψάλλουν το βίο, το μαρτύριο και τα πάμπολλα θαύματά ου. Η τάση αυτή ενισχύθηκε σημαντικά κατά το 14ο αιώνα, όταν στη Θεσσαλονίκη ξανάρχισαν να τελούνται λαμπρότερες οι εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν του.

Κύριες από τις αρχαιότερες πηγές για τον Άγιο Δημήτριο είναι:

α. Το Μαρτύριο του, γραμμένο από τον Άγιο Συμέωνα τον Μεταφραστή (κατά τον 10ο αιώνα).

β. Τρία βιβλία θαυμάτων του. Πρόκειται για συλλογές θαυμάτων του Αγίου, εκ των οποίων το Α’ βιβλίο είναι έργο του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ιωάννη του Α’ (7ου αιώνα), το δε Β’ βιβλίο, όπως και το Γ’ είναι άγνωστων συγγραφέων (το ένα του 6ου και το άλλο του 19ου αιώνα). Το Μαρτύριο και τα τρία βιβλία των θαυμάτων περιλαμβάνονται στον τόμο 116 της Ελληνικής Πατρολογίας του J. P. Migne.

Σημαντικότερες πληροφορίες για το βίο, το μαρτύριο και τα θαύματά του περιέχονται στους εγκωμιαστικούς λόγους που συνέταξαν, μεταξύ άλλων, και οι: Αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Θεοφάνης ο Κεραμεύς, Πλωτίνος και Ισίδωρος Θεσσαλονίκης, Γεώργιος Ακροπολίτης, Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, Δημήτριος Χρυσολωράς, Νικόλαος Καβάσιλας, Γεώργιος Κεδρηνός και Φιλόθεος Κωνσταντινουπόλεως.

3. Καταγωγή και μόρφωση

Το έτος 280 μ.Χ. ανάγουν οι αγιολογικές πηγές τη γέννηση του Δημητρίου στην ένδοξη και λαμπρή πόλη της Θεσσαλονίκης, από γονείς που ήταν επίσημοι και οι ρίζες τους κρατούσαν από τους αρχαίους Μακεδόνες.

Από τη παιδική του ηλικία διακρίθηκε στις επιδόσεις. Όντας ευφυής και με τη στήριξη των γονέων του πέτυχε να γίνει κάτοχος όχι μόνο της κοσμικής αλλά και της θείας γνώσης. Καθώς δε μεγάλωνε, “προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι” (Λουκ. 2, 52) και γινόταν χαρίεις την μορφήν, ψυχήν δε χαριέστερος· ηδύς το φθέγμα, τον τρόπον ηδύτερος· γλυκύς τον λόγον, το ήθος δε γλυκύτερος (χαριτωμένος στη μορφή, ακόμα πιο χαριτωμένος στην ψυχή· ευχάριστος στην ομιλία, πιο ευχάριστος στη συμπεριφορά· γλυκός στα λόγια, ακόμα πιο γλυκός στο χαρακτήρα του), όπως αναφέρουν οι βιογράφοι του. Στην ηλικία αυτή υπερτερούσε σε ήθος και γνώσεις όλων των συνομηλίκων του. Και κοντά σε τούτα ο Θεός τον είχε προικίσει και με την ωραιότητα του σώματος, χωρίς όμως όλα αυτά να τον οδηγήσουν – όπως πολλούς άλλους νέους – στην έπαρση και στην αμαρτία. Αντίθετα ο πνευματικός του αγώνας έδινε στο πρόσωπό του εκείνη την ανεπιτήδευτη χαρά και τη λάμψη του βλέμματος, που υποδήλωναν αγιότητα.

4. Αξιώματα και δράση

Η σύντομη σε διάρκεια επίγεια ζωή του Δημητρίου συνέπεσε με τη βασιλεία του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, ο οποίος κατείχε τα σκήπτρα των Ρωμαίων (286-305 μ.Χ.), στα πλαίσια του συστήματος της Τετραρχίας που είχε καθορίσει ο σκληρός διώκτης των χριστιανών, αυτοκράτορας Διοκλητιανός (284-305 μ.Χ.).

Φτάνοντας ο Δημήτριος στην αρχή της αντρικής ηλικίας έδειξε ολοκληρωμένα πλέον τα χαρίσματα με τα οποία ήταν κοσμημένος. Ρωμαλέος σωματικά, καρτερόψυχος, γνώστης των πολεμικών τεχνών, χρηστοηθής, σεμνός και κόσμιος. Αρετές και προσόντα γνωστά σε όλους τους Θεσσαλονικείς. Έτσι η φήμη του δεν άργησε να φτάσει μέχρι και τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό. Ο οποίος, εκτιμώντας όλα αυτά, τον ανύψωσε στο αξίωμα του ανθυπάτου (επρόκειτο για τοποτηρητή του υπάτου σε ρωμαϊκή επαρχία, – ήταν ανώτατο αξίωμα), και μάλιστα τον περιέβαλε και με την επίσημη υπατική χλαμύδα. 

Ο Δημήτριος δεν πιάστηκε για το κοσμικό αυτό, έστω και τόσο υψηλό αξίωμα. Γιατί ήξερε να διακρίνει μεταξύ των πρόσκαιρων και των αιώνιων αγαθών και θεωρούσε ότι πάνω απ’ όλα βρίσκεται η πίστη στο Χριστό και η απόλαυση της ουράνιας μακαριότητας.

Έτσι λοιπόν άρχισε να μιλάει με παρρησία για το σωτήριο όνομα του Θεού. Να προσφέρει τον άρτο της ζωής, το λόγο της αληθείας, στηριγμένος στη σχετική διδασκαλία του Ιησού Χριστού, όπως αναπτύσσεται στα ιερά Ευαγγέλια. Παράλληλα με το στρατιωτικό αξίωμα στην ρωμαϊκή Ιεραρχία, είχε λάβει και το διακόνημα του διδασκάλου από τον πραγματικό βασιλιά, το Χριστό (“της παρά του όντως βασιλέως μυστικής δεδομένης διδασκαλικής αξίας”).

Ενωρίς έστρεψε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του προς τα παιδιά και τους νέους. Σχημάτισε έναν κύκλο από αυτούς και ενδιέτριβαν στη μελέτη της Αγίας Γραφής. Όπως αναφέρεται σε κάποιο “Μαρτύριο” του ήταν “ερμηνεύων και δεικνύς”, ενώ σε ψηφιδωτό που διασώθηκε στον περίφημο ναό του στη Θεσσαλονίκη παριστάνεται έχοντας γύρω του παιδιά.

Η ενασχόληση του με τους νέους αποδεικνύεται και από τη φράση του Αγίου Νέστορα “ο Θεός Δημητρίου”, γιατί μαρτυρεί ότι και ο γενναίος αυτός νέος είχε αλιευθεί στο Χριστό από το Δημήτριο.

Οι συγκεντρώσεις των χριστιανών (παιδιών, νέων ή ενήλικων) γίνονταν στη Χαλκευτική Στοά, κάτω από τις υπόγειες καμάρες, κοντά στα δημόσια λουτρά. Στη Στοά αυτή έγινε και η σύλληψη του, όταν τον κατήγγειλαν για τη χριστιανική ιδιότητά του και τη διδασκαλική δράση του. Καθώς οι στρατιώτες τον οδηγούσαν στο Μαξιμιανό, οι ειδωλολάτρες τον λοιδορούσαν, ενώ ο Δημήτριος ομολογούσε με θαυμαστή παρρησία τω Χριστώ μου πιστεύω μόνον“.

Συνέβη την περίοδο εκείνη να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός, ύστερα από το νικηφόρο πόλεμο του εναντίον των Σαυροματών (Σαρματών) και των Σκύθων. Όταν έφεραν μπροστά του το Δημήτριο με την κατηγορία ότι “πρεσβεύει τα των χριστιανών και περιγελά τους θεούς των ειδώλων”, καταλήφθηκε από απορία αλλά και οργή. Ήταν δυνατόν ο ανθύπατος Δημήτριος, που σε τόσο νεαρή ηλικία είχε τιμηθεί με τέτοιο αξίωμα από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, να είναι χριστιανός; Ζήτησε μάρτυρες να το επιβεβαιώσουν, γιατί δεν ήθελε να το παραδεχτεί.

5. Διάλογος με τον αυτοκράτορα – φυλάκιση του Αγίου

Οι συναξαριστές και οι εγκωμιαστές του Δημητρίου, ιδιαίτερα δε ο Δημήτριος Χρυσολωράς, περιγράφουν με ενάργεια το διάλογο μεταξύ του Αγίου και του αγέρωχου και σκληρού διώκτη των χριστιανών Μαξιμιανού. Ο Δημήτριος εμφανίζεται μπροστά του χωρίς να δειλιάσει από το μέγεθος της αμείλικτης εξουσίας ή από τα βασανιστήρια που σίγουρα τον περιμένουν. Οι αγιολόγοι περιγράφουν τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του αυτοκράτορα και του γενναίου ομολογητή του Χριστού και τα οποία περιληπτικά έχουν ως εξής:

Μαξιμιανός: Είναι αλήθεια πως είσαι χριστιανός;

Δημήτριος: Είμαι στρατιώτης του Χριστού και μόνο αυτόν λατρεύω.

Μαξιμιανός: Εγώ σε ανέβασα σε τόσο μεγάλο αξίωμα κι εσύ, Δημήτριε, έτσι μου το ανταποδίδεις;

Δημήτριος: Εγώ, βασιλιά μου, τιμώ τη βασιλεία σου, αλλά πιο πολύ από σένα τιμώ το Θεό του ουρανού και της γης, που είναι βασιλιάς όλου του κόσμου.

Μαξιμιανός: Και ποιος είναι αυτός ο βασιλιάς και Θεός σου;

Δημήτριος: Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Είναι Θεός αληθινός και παντοδύναμος. Αυτόν λατρεύω και τους θεούς των ειδωλολατρών δεν τιμώ, αλλά τους μυκτηρίζω και τους σιχαίνομαι. Όσο για τις τιμές και τα αγαθά που δίνεις σ’ εκείνους που πειθαρχούν σ’ εσένα, πως είναι δυνατό να συγκινήσουν όποιον περιφρονεί την πρόσκαιρη εξουσία σου, την ίδια τη βασιλεία σου, τον πλούτο και τη δόξα σου; Αν μάλιστα με θανατώσεις θέλω να ξέρεις ότι θα κάνεις για μένα αυτό που περισσότερο απ’ όλα εύχομαι: Με στέλνεις μια ώρα αρχύτερα στην αληθινή ζωή και σ’ Εκείνον που ποθώ περισσότερο από καθετί.

Παρά το γεγονός ότι ο Μαξιμιανός μόλις και μετά βίας συγκρατούσε την οργή του για το τόλμημα του νεαρού ανθυπάτου, ανέβαλε να τον υποβάλει σε βασανιστήρια, γιατί είχε την κρυφή ελπίδα ότι θα μπορούσε να “συνετίσει” το Δημήτριο και να τον αποσπάσει από τη χριστιανική πίστη. Έτσι έδωσε εντολή να φυλακισθεί “στις καμάρες όπου ζέσταιναν νερό για τα γειτονικά λουτρά”.

Στο “Μαρτύριο” που συνέταξε ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής αναφέρεται ότι καθώς ο Δημήτριος ωδηγείτο στη φυλακή χαιρόταν γιατί πλησίαζε το μαρτυρικό του τέλος, αλλά ταυτόχρονα λυπόταν γιατί αυτό καθυστερούσε αφού αντί για το μαρτύριο τον πήγαιναν στη φυλακή. Όταν τον έκλεισαν σ’ αυτήν έλεγε: “Θεέ μου, ρίξε το βλέμμα σου σ’ εμένα και βοήθησέ με. Διότι από σένα περιμένω με υπομονή βοήθεια. Είσαι η ελπίδα μου… Εσένα θα υμνώ όσο θα υπάρχω…”.

Η απάντηση του Κυρίου ήρθε αμέσως με τη μορφή αγγέλου που του έβαλε στεφάνι στο κεφάλι και του είπε: “Ειρήνη σ’ εσένα, αθλητά του Χριστού. Έχε θάρρος και δύναμη. Αγωνίσου σαν γενναίος άντρας”.

6. Νέστορας και Λυαίος

Ένα από τα προσφιλή θεάματα κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας ήταν και αυτό της μονομαχίας. Ρωμαλέοι κατά κανόνα άντρες μονομαχούσαν –πολλές φορές μέχρι ο ένας να θανατωθεί από τον άλλο– στο κέντρο των σταδίων, ενώ ο φανατισμένος όχλος τους παρότρυνε με φωνές και αλαλαγμούς. Παρόμοιο βάρβαρο θέαμα πρόσφερε την περίοδο του Δημητρίου και ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός που βρισκόταν, όπως σημειώθηκε ήδη, στη Θεσσαλονίκη.

Ο αυτοκράτορας είχε μαζί του έναν Σκύθο γιγαντόσωμο και πολύ δυνατό, που λεγόταν Λυαίος. Τον είχε σε εύνοια, γιατί έτσι που μέχρι τότε ήταν ανίκητος τον έβγαζε ασπροπρόσωπο. Όμως ένα απρόσμενο γεγονός επρόκειτο να φέρει στον Μαξιμιανό μεγάλη απογοήτευση, λύπη και οργή. Και ποιο ήταν αυτό;

Νεαρός άντρας, που ανήκε στον κύκλο των μαθητών του φυλακισμένου πλέον Δημητρίου, ο Νέστορας, είχε ακούσει πολλές φορές να γίνεται λόγος για τον αλαζόνα και υπερήφανο Λυαίο. Έτσι όταν μια μέρα ο Λυαίος βρισκόταν στον κέντρο του κατάμεστου σταδίου της Θεσσαλονίκης και προκαλούσε σε μονομαχία όποιον τολμούσε, πήρε την απόφαση να ταπεινώσει τον βάρβαρο Σκύθη, όπως έκανε κάποτε και ο νεαρός Δαβίδ απέναντι στο Γολιάθ. Θυμήθηκε τον Δημήτριο και τα θαύματα που επιτελούνταν με την επίκληση του Θεού των χριστιανών. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να νικήσει τον Λυαίο, αν είχε την ευχή και ευλογία του διδασκάλου του Δημητρίου που ήταν και το πρότυπό του.

Έτρεξε λοιπόν κοντά του, στη φυλακή, έπεσε γονατιστός στα πόδια του και είπε: “Δούλε του Θεού, είμαι έτοιμος και πρόθυμος να μονομαχήσω με τον Λυαίο. Ενίσχυσε με τις ευχές σου και δώσε μου σύμμαχο το δυνατό σου χέρι”. Ο Δημήτριος έκανε το σημείο του Σταυρού στο πρόσωπο και την καρδιά του Νέστορα και του είπε: “Και τον Λυαίο θα νικήσεις, και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις”.

Ο Νέστορας έτρεξε στο στάδιο και αφού προχώρησε έφτασε και στάθηκε θαρρετά μπροστά στον αυτοκράτορα, που παρακολουθούσε με τους αξιωματούχους και τον όχλο τ’ αγωνίσματα και τις μονομαχίες. Του δήλωσε την απόφασή του να αντιμετωπίσει τον Λυαίο. Ο Μαξιμιανός θέλησε να τον αποτρέψει βλέποντας το νεαρό της ηλικίας και τη σωματική του ωραιότητα και μη γνωρίζοντας ότι είναι χριστιανός κι έχει την ευχή του Δημητρίου. Μάταια όμως, γιατί ο Νέστορας επέμενε. Έτσι έδωσε την άδεια να γίνει η μονομαχία. 

Ο Νέστορας καθώς προχωρούσε προς τον Λυαίο επικαλούνταν την βοήθεια “του Θεού του Δημητρίου”, για να δοξαστεί το όνομά Του, να καταισχυνθούν οι διώκτες της νέας Πίστης και να τονωθούν οι χριστιανοί που καταδιώκονταν. Ο Λυαίος όταν τον είδε να πλησιάζει γέλασε ειρωνικά, γιατί δεν τον θεώρησε καν ως αντίπαλο. Ο Νέστορας όμως τον πλησίασε ήρεμα και “βγάζοντας τον ακινάκη (περσικό ξίφος πλατύ και μικρού μήκους) από τη θήκη του, πήδησε στο στίβο και παλεύοντας με το βάρβαρο Λυαίο του κάρφωσε την καρδιά”, όπως κατά λέξη αναφέρει ο Συμεών ο Μεταφραστής.

Το τι επακολούθησε δεν είναι ανάγκη να περιγραφεί. Οργισμένος με την αναπάντεχη εξέλιξη ο Μαξιμιανός επέστρεψε στα ανάκτορα. Δεν ήθελε να παραδεχτεί αυτό που συνέβη. Γι’ αυτό και απέδωσε τη νίκη του Νέστορα σε μάγια. Έστειλε λοιπόν και κάλεσε το γενναίο αθλητή. Τον ρώτησε: “Ποιες μαγείες χρησιμοποίησες και ποιοι σε βοήθησαν να νικήσεις τον Λυαίο;” Για να πάρει την γεμάτη παρρησία απάντηση: “Μαγείες, βασιλιά μου, δεν χρησιμοποιούνται από τους χριστιανούς. Και κανέναν άλλο δεν είχα συνεργό, παρά μόνο τον Θεό του Δημητρίου”.

Το ποτήρι ξεχείλισε για τον αυτοκράτορα στο άκουσμα των λόγων αυτών. Και με προσταγή του αποκεφαλίστηκε αμέσως ο γενναίος μάρτυς του Χριστού Νέστορας, από τον σωματοφύλακα του βασιλιά Μινουκιανό, ο οποίος μάλιστα χρησιμοποίησε τον “ακινάκη” (ξίφος) του ιδίου, αυτόν που κατέβαλε τον Λυαίο.

Έτσι ο Νέστορας ανέβηκε στους ουρανούς με τα αίματα του μαρτυρίου, για να λάβει το στεφάνι της διπλής του νίκης.

7. Η μαρτυρική τελείωση του Δημητρίου

Η αναστάτωση που δημιουργήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τον απρόσμενο θάνατο του Λυαίου καθώς και την οργή του Μαξιμιανού και τον αποκεφαλισμό του Νέστορα, όπως ήταν φυσικό έδωσε νέα αφορμή στους ειδωλολάτρες να εκτοξεύσουν καινούργιες διαβολές σε βάρος του φυλακισμένου Δημητρίου. Τον κατηγόρησαν μάλιστα στα ίσια, ότι εκείνος υπήρξε ο αίτιος της εξόντωσης του Λυαίου, πράγμα που επέτεινε τη σύγχυση και το θυμό του αυτοκράτορα.

Ο οποίος, στα πλαίσια του σκληρού διωγμού που είχε κηρύξει κατά των χριστιανών, δεν καθυστέρησε να δώσει αυστηρή εντολή για την θανάτωση του Δημητρίου με λογχισμούς στη φυλακή που ήταν δέσμιος. Οι στρατιώτες έσπευσαν να συμμορφωθούν αμέσως. Όταν τους είδε εκείνος να πλησιάζουν στο κελί του, κατάλαβε ότι επίκειται αυτό που περίμενε πως θα γίνει. Ελπίζοντας μάλιστα ότι θα λογχευθεί όπως και ο Κύριος του, σήκωσε ψηλά το χέρι του και πράγματι δέχτηκε στο πλευρό του απανωτά χτυπήματα με τις λόγχες και έτσι “ετελειώθη”, λαμβάνοντας το στεφάνι του μαρτυρίου, για να συγκατοικεί πλέον  με το Χριστό που ποθούσε.

Το αγνό και τίμιο σώμα του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου, πορφυρωμένο από τα αίματα κειτόταν στο δάπεδο της φυλακής, μέχρι που κάποιοι από τους χριστιανούς – μετά από “υπόδειξη” του αγίου – πήγαν νύχτα, έλαβαν τη σορό του, τη νεκροστόλισαν και την έθαψαν στο σημείο του μαρτύρησε. Ο συναξαριστής του αναφέρει πως όταν οι στρατιώτες λόγχιζαν την πλευρά του Δημητρίου ένας υπηρέτης του, ο Λούπος, που βρισκόταν εκεί “έβαλε πάνω στην ιερή επωμίδα του αγίου, όσο από το μαρτυρικό αίμα μπόρεσε”, ενώ ράντισε μ’ αυτό και πήρε μαζί του το δαχτυλίδι του αγίου. Αργότερα, χάρη σ’ αυτά τα δύο, επιτελούσε πολλά και διάφορα θαύματα.

Οι εγκωμιαστές του χαρακτηρίζουν το μαρτύριο “χριστομίμητον” και το σώμα του “θεοειδέστατον και λαμπρότατον”. Στο δε σημείο της ταφής του επρόκειτο να να εγερθεί μεγαλοπρεπής ναός. Και ιδού πως έγινε τούτο.

8. Τα ιερά λείψανα και ο ναός του Μεγαλομάρτυρα

Τα θαύματα που γίνονταν στον τάφο όπου βρίσκονταν τα ιερά λείψανα ακούγονταν όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και σ’ όλη τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και ακόμα πιο μακριά. Δεν υπήρχε πλέον ο κίνδυνος της ειδωλολατρίας μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, από το Μέγα Κωνσταντίνο κι εξής (306-337).

Ο τότε έπαρχος του Ιλλυρικού Λεόντιος, σημαντικό πρόσωπο και πιστός χριστιανός, πηγαίνοντας στη Δακία, αρρώστησε στη Θεσσαλονίκη τόσο βαριά, που επιθυμούσε το θάνατο για να λυτρωθεί από τους πόνους. Όταν πια η θεραπεία του είχε αποκλειστεί από τους γιατρούς, ο Λεόντιος κατέφυγε στον Άγιο Δημήτριο, ελπίζοντας να ιαθεί. Τον πήγαν ξαπλωμένο στο κρεβάτι στον τόπο που ήταν ενταφιασμένος ο Άγιος. Και, ω του θαύματος! Μόλις εναποτέθηκε το κρεβάτι του στο σημείο εκείνο και ο Λεόντιος επικαλέστηκε τη μεσιτεία του μεγαλομάρτυρα, εξαφανίστηκε η βαριά αρρώστια του αμέσως. Αλλά και ο ίδιος έσπευσε να ανταποδώσει την ευεργεσία: Κατεδάφισε το μικρό ναό πάνω από τον τάφο του αγίου και οικοδόμησε μεγάλη εκκλησία προς τιμήν του Δημητρίου, που σωζόταν ακόμη στα χρόνια του Συμεών του Μεταφραστή ο οποίος κάνει λόγο γι’ αυτής (10ος αιώνας), αναφέροντας: “Ο ναός αυτός υπάρχει και σήμερα, χτισμένος περικαλλής. Και δεν υστερεί από κανέναν άλλο από εκείνους που προκαλούν το θαυμασμό και τέρπουν τα μάτια για το κάλλος ή το μέγεθός τους”.

Ο Λεόντιος φεύγοντας για το Σίρμιο (πόλη κοντά στη σημερινή Μητροβίτσα της Σερβίας), θέλησε να πάρει μαζί του τεμάχια ιερού λειψάνου του μεγαλομάρτυρα, για ν’ ανεγείρει κι εκεί ναό προς τιμή του. Ο άγιος όμως εμφανίστηκε στον ύπνο του και τον απέτρεψε από το να κάνει κάτι τέτοιο. Αργότερα αποπειράθηκαν να κάνουν το ίδιο οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός και Μαυρίκιος, εμποδίστηκαν όμως από τον Δημήτριο. Καθηγητής – ερευνητής πανεπιστημίου της Γερμανίας απέδειξε “ότι ουδείς διαμελισμός λειψάνων έλαβε χώραν εν Θεσσαλονίκη και αλλαxού κατά τους πρώτους αιώνας” (B. Kotting). 

9. Θαυματουργός και Μυροβλήτης

Ο μεγαλομάρτυρας και αθλοφόρος Δημήτριος έγινε, πολύ σύντομα μετά το μαρτυρικό του τέλος, γνωστός ως Μυροβλήτης και Θαυματουργός. Διότι ο τάφος του μεταβλήθηκε σε πηγή, από την οποία ανέβλυζε ιαματικό και ευωδιαστό μύρο, με την επίκληση δε του ονόματος και των πρεσβειών του γίνονταν πάμπολλα θαύματα. Πολλοί από τους εγκωμιαστές του αγίου Δημητρίου κάνουν σαφέστατες αναφορές για τη ροή του μύρου, όπως οι: Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς, Ιωάννης Σταυράκιος, Πλωτινός Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερα ο Δημήτριος Χρυσολωράς που περιγράφει το γεγονός με λεπτομέρειες.

Τα σημαντικότερα από τα θαύματα αυτά έχουν περιληφθεί όπως ήδη σημειώσαμε, στα τρία βιβλία των θαυμάτων. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα πρώτα θαύματα επιτέλεσε ο υπηρέτης του Λούπος, χρησιμοποιώντας το ραντισμένο με το μαρτυρικό αίμα του αθλοφόρου δαχτυλίδι του.

Για την οικοδομή των αναγνωστών μας, αλλά κυρίως για να δοξαστεί το όνομα του Θεού, ο οποίος “τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν”, παραθέτουμε σύντομη επιλογή θαυμάτων του μεγαλομάρτυρα:

– Αναφέρθηκε ήδη η ίαση του Λεοντίου, επάρχου του Ιλλυρικού, που είχε ως άμεσο αποτέλεσμα και την ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού προς τιμήν του Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη. Ο ναός αυτός καταστράφηκε από πυρκαγιά στα χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου (610-641), αλλά γρήγορα αποκαταστάθηκε.

– Ένα από τα παλαιότερα, επίσης, θαύματα θεραπείας έγινε στον Μαριανό, άνδρα επιφανή, συγκλητικό και αργότερα ύπαρχο του Ιλλυρικού. Ο οποίος αφού δοκιμάστηκε πνευματικά από τον διάβολο με τους οκτώ λογισμούς – πειρασμούς της πονηρίας (γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, οργή, λύπη, ακηδία, κενοδοξία, υπερηφάνεια) και με την δύναμη του Χριστού τους κατανίκησε, στο τέλος ο διάβολος έστρεψε τον πόλεμο κατά του σώματος του Μαριανού: Έπαθε σωματική παράλυση. Κανένα μέλος του δεν μπορούσε να κινηθεί. Ακόμα και την τροφή έβαζαν στο στόμα του ξένα χέρια. Όταν οι καλύτεροι γιατροί του Ιλλυρικού δεν κατάφεραν να τον θεραπεύσουν, μετά από εμφάνιση του Αγίου στον ύπνο ενός αφοσιωμένου αυλικού, μεταφέρθηκε ο Μαριανός στο ναό του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου και μετά από θερμή προσευχή του κι ενώ εξαντλημένος αποκοιμήθηκε στο δάπεδο του ναού, είδε τον Άγιο να εμφανίζεται και να του λέει: “Ο Χριστός σε θεραπεύει, ο Θεός μας που ανορθώνει τους τσακισμένους” (Ψαλμ. 144, 14). Και το θαύμα έγινε! Ο Μαριανός σηκώθηκε όρθιος, υγιής και όχι μόνον οι παρόντες αλλά και όλοι οι Θεσσαλονικείς που έβλεπαν θεραπευμένο τον ύπαρχο τους “έδιναν δόξα στο Θεό”.

– Ένας άλλος, επίσης ευγενής στην καταγωγή αλλά και πιστός χριστιανός, διοικητής της στρατιάς του Ιλλυρικού, υπέφερε από ανυπόφορη γαστρορραγία. Όταν η επιστήμη είχε πει την τελευταία της λέξη, ο διοικητής αυτός ζήτησε να τον πάνε “στον οίκο του προστάτη της πόλεως” τους, εννοώντας το ναό του αγίου Δημητρίου. Πράγμα που φυσικά έγινε αμέσως. Είναι χαρακτηριστικό ένα σχετικό απόσπασμα που αναφέρει στο Α΄ βιβλίο των θαυμάτων ο Ιωάννης, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης: “Εκείνος που δεν μπόρεσαν καθόλου να ωφελήσουν ο πλούτος, η καταγωγή, τα βοηθήματα, η ιατρική, το πλήθος των φυλαχτών (γιατί ούτε αυτά παρέλειψαν οι συγγενείς του) αυτός τον έκανε υγιή και δυνατό σε ελάχιστο χρόνο, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά, ο μιμητής του Κυρίου του, ο πράγματι σωζοπολίτης και υπερένδοξος αθλοφόρος του Χριστού, Δημήτριος”.

– Κάποτε χτύπησε τη Θεσσαλονίκη και τις γύρω περιοχές μια φοβερή αρρώστια, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν νήπια, παιδιά και ώριμοι άντρες, ενώ “εξαιρούνταν οι πιασμένοι από βαθιά γεράματα”! γιατί σκοπός της μάστιγας αυτής ήταν να μετανοήσουν οι άνθρωποι που είχαν ξεφύγει από το δρόμο του Θεού. Έτσι, όταν οι χριστιανοί κατέφυγαν στους ναούς και κυρίως του αγίου Δημητρίου, φάνηκε και το μέγεθος της φιλανθρωπίας του Θεού και η μεσιτεία του μεγαλομάρτυρα: Όσους επισκεπτόταν ο άγιος τη νύχτα, το πρωί γίνονταν καλά, όσους ξεπερνούσε κατά τις επισκέψεις του στον ύπνο τους. ή έφευγαν αμέσως από τη ζωή ή μετά από πολύ καιρό, πάλι μετά από ευσπλαχνία του Αγίου, ενώ κανένας απ’ τους πιστούς που είχαν καταφύγει στο ναό του δεν κόλλησε την αρρώστια. (Ο Ιωάννης, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, που εξιστορεί το θαύμα, απαντά με πειστικό τρόπο στο ερώτημα των συγχρόνων του: “Πως μας πείθεις ότι αυτά τα έκανε ο υπερένδοξος Δημήτριος;”. Ο χώρος δεν επιτρέπει την ανάπτυξή του).

Ο ίδιος αρχιεπίσκοπος περιγράφει λεπτομερώς:

– Τη θεραπεία ενός δαιμονισμένου, που είχε γίνει “νεωστί” (πρόσφατα).

– Την με θαυματουργικό τρόπο παρακώλυση για να μη σταλεί τεμάχιο λειψάνου του Αγίου στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582-610) που το είχε ζητήσει ως βοήθεια του στον πόλεμο.

– Την παρακώληση του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευσέβιου (περίπου το 590-610) από την εκτέλεση της απόφασης του να λιώσει τον ασημένιο αρχιερατικό θρόνο ώστε με το υλικό του να φιλοτεχνηθεί το κιβώτιο του μεγαλομάρτυρα. Την ποσότητα του ασημιού πρόσφερε – μετά από υπόδειξη του Αγίου – ένας χριστιανός με τ’ όνομα Μηνάς.

– Την τιμωρία του νεωκόρου Ονησιφόρου – για σωφρονισμό – επειδή έσβηνε γρήγορα τα μεγάλα κεριά που άναβαν στο κιβώριο του Αγίου οι χριστιανοί, νομίζοντας ότι έκανε οικονομία για λογαριασμό του ναού. Ο μεγαλομάρτυρας εμφανίστηκε στον ύπνο του, του υπέδειξε ότι αυτό που κάνει δεν του αρέσει, διότι “το κερί που προσφέρεται όσο καίει τόσο υποκινεί τους Αγίους να πρεσβεύουν για τον χριστιανό που το άναψε”, κι όταν ο Ονησιφόρος αποπειράθηκε να επαναλάβει την πράξη του, ο Δημήτριος του φώναξε τόσο δυνατά “πάλι τα ίδια;” που ο νεωκόρος πετάχτηκε έξω από τις θύρες του κιβωρίου άπνοος και άφωνος, σα νεκρός, μέχρι που συνήλθε μετανοημένος.

– Τη σωτηρία της Θεσσαλονίκης από μεγάλη πείνα που έπεσε στους κατοίκους της μετά την αποτυχημένη πολιορκία της πόλης από τους Αβαροσλάβους το έτος 597. Ο άγιος Δημήτριος εμφανίστηκε σε κάποιον πλοιοκτήτη που λεγόταν Στέφανος κι ήταν έτοιμος να οδηγήσει το φορτωμένο με σιτάρι μεγάλο πλοίο του από τη Χίο στην Κωνσταντινούπολη. Τον έπεισε να πλεύσει στη Θεσσαλονίκη για να σωθούν οι κάτοικοι της που λιμοκτονούσαν. Πράγμα του έγινε! Γύρω στο έτος 610 έσωσε και πάλι με θαυμαστή παρέμβαση του την πόλη του από νέα πείνα που τη μάστιζε, πείθοντας πολλούς καραβοκύρηδες να καταπλεύσουν στο λιμάνι της με ποικιλία εμπορευμάτων και τροφίμων, ενώ άλλος ήταν αρχικά ο προορισμός τους.

– Τη διάσωση από αρπαγές του ναού του Αγίου, όταν λόγω εμπρησμού του κιβωρίου την ημέρα της πανήγυρης του (26 Οκτωβρίου) ο μεγαλομάρτυρας απέτρεψε το ανοσιούργημα τούτο και με όργανό του τον διευθυντή της στρατιάς των υπάρχων του Ιλλυρικού, έστειλε όλους τους νέους και άντρες στα τείχη της πόλης για ν’ αποκρούσουν του Σκλαβηνούς που χωρίς να το ήξερε ο ύπαρχος ερχόταν για να επιτεθούν κατά της Θεσσαλονίκης.

– Άλλες μαρτυρημένες θαυματουργικές επεμβάσεις του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου είναι η θεραπεία ενός Θεσσαλονικέα που μεταβαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη αρρώστησε και έχασε το φως του, καθώς και άλλου τυφλού από την Αδριανούπολη, οι οποίοι ανέβλεψαν. Η προστασία Ιταλών προσκυνητών (στις αρχές του 10ου αιώνα) από τους Σαρακηνούς που είχαν αλώσει τη Θεσσαλονίκη. Η θεραπεία ενός πολύ βαριά αρρώστου, που κείτονταν παράλυτος.

Η εμφάνιση του σε γεωργό του χωριού Δρακοντία της Καππαδοκίας και η αποκάλυψη ότι στο σημείο που ετοιμαζόταν να φτιάξει αλώνι υπήρχε παλαιότερα ναός του, πράγμα που επιβεβαιώθηκε όταν οι χριστιανοί του χωριού έσκαψαν και βρήκαν τα θεμέλια του.

10. Πολιούχος της Θεσσαλονίκης

Ιδιαίτερη τιμή απονέμεται στο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο ως πολιούχο της Θεσσαλονίκης. Ιδιότητα που στο διάβα των αιώνων επιβεβαιώθηκε από πολλές σωτήριες επεμβάσεις του. Δίκαια λοιπόν οι υμνογράφοι, εγκωμιαστές και βιογράφοι – συναξαριστές τον χαρακτηρίζουν “αρχέτυπον αρετής και φιλοπατρίας”, “σωσίπατριν”, “υπέρμαχον”, “φιλλόπολιν”, “πάτρωνα και σωτήρα της πόλεως”.

Πολλοί και αρκετές φορές τον είδαν πάνω στα κάστρα ως απλό στρατιώτη ή ως καβαλάρη να πολεμά τους εχθρούς, ή να περπατά πάνω στα κύματα και να καταποντίζει τα καράβια των αντιπάλων, σώζοντας την πόλη.

Το έτος 597 η Θεσσαλονίκη πολιορκήθηκε από τους Σλάβους, με την συνεργία των Σκλαβηνών, με τόσο πολύ στρατό που ήταν ο μεγαλύτερος που εμφανίστηκε ποτέ στην πόλη. Ήδη όπου στρατοπέδευαν αφάνιζαν πηγές, καλλιέργειες, ανθρώπους και το βιος τους. Χαράματα της 23ης Σεπτεμβρίου έκαναν την πρώτη επίθεση τους στα τείχη. Τότε λοιπόν εμφανίστηκε “όχι πλέον με νοερή επισκίαση αλλά με οφθαλμοφανή ενέργεια σε σχήμα οπλίτη επάνω στο τείχος” ο άγιος Δημήτριος. Και χτύπησε με τη λόγχη του τον πρώτο βάρβαρο επιδρομέα, ο οποίος είχε ήδη σκαρφαλώσει με ειδική σκάλα ως επάνω στην έπαλξη. Πέφτοντας αυτός συμπαρέσυρε και όσους τον ακολουθούσαν στην ίδια σκάλα. Οι βάρβαροι που είδαν το γεγονός καταλήφθηκαν από δειλία και απομακρύνθηκαν από το τείχος. Στο μεταξύ όμως όλοι οι στρατιώτες και φρουροί της πόλης έσπευσαν στις επάλξεις τους γιατί ως τότε δεν ήξεραν ότι ο εχθρός είχε φτάσει στη Θεσσαλονίκη, επειδή – κατά τις πληροφορίες – τον περίμεναν 3-4 ημέρες αργότερα.

Μπροστά στο μέγα πλήθος των βαρβάρων πολιορκητών οι σχετικά λίγοι φρουροί και υπερασπιστές της πόλης, καθώς και ο λαός, έχασαν το θάρρος τους και την ελπίδα ότι μπορούν να σωθούν. Τότε λοιπόν ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευσέβιος απεκάλυψε μια οπτασία που είχε δει στον ύπνο του οκτώ ή δέκα μέρες νωρίτερα από την πολιορκία. Ήταν λέει, στο θέατρο – απορούσε κι ο ίδιος πως βρέθηκε σε τόπο ακατάλληλο για την ιδιότητα του – όταν εμφανίστηκε μπροστά του ένας τραγωδός, που του είπε· “μείνε εδώ, γιατί έχω να εκτραγωδήσω εσένα και τη θυγατέρα σου”. Ο Ευσέβιος του είπε· “μη κάνεις τον κόπο, διότι ούτε εγώ ούτε θυγατέρα έχω, ούτε για μένα έχεις να ετραγωδήσεις τίποτα”. Ο τραγωδός επέμενε· “και θυγατέρα έχεις, και μάλιστα πολύτεκνη, και μαζί μ’ αυτήν πρέπει κι εσένα να εκτραγωδήσω”

Τότε ο αρχιεπίσκοπος κατάλαβε ότι ως θυγατέρα του εννοούσε τη Θεσσαλονίκη. Και φωνάζοντας δυνατά είπε στον τραγωδό: “για το Θεό, να μην εκτραγωδήσεις ούτε εμένα, ούτε τη θυγατέρα μου που λες”. Ο τραγωδός επέμενε, το ίδιο και ο Ευσέβιος, ώσπου ξαφνικά ο πρώτος εξαφανίστηκε από τη σκηνή. Όταν ξύπνησε, συνειδητοποίησε ότι το όνειρο ήταν μια προειδοποίηση για επερχόμενο μεγάλο κακό. Έτσι λοιπόν παρακαλούσε τον Θεό ν’ απομακρύνει τη συμφορά. Όταν μάλιστα πολιορκήθηκε η πόλη από τόσους βαρβάρους κατάλαβε ότι αυτό ήθελε να εκτραγωδήσει ο ηθοποιός.

Ο πολιούχος όμως Δημήτριος έκανε το θαύμα του. Συμπαρέταξε στα τείχη και τα κάστρα αμέτρητο πλήθος άγνωστων αντρών “που κανένας πολίτης δεν είχε δει ποτέ”. Ήταν φανερό ότι δεν επρόκειτο για τίποτα άλλο παρά για την θαυμαστή επέμβαση του, που ενίσχυσε το φρόνημα των Θεσσαλονικέων και έσπειρε το φόβο στους αντιπάλους. Το ίδιο έκανε και την όγδοη ημέρα της πολιορκίας, όταν – κατά την ομολογία στρατιωτών του εχθρού – επιτέθηκε στο στρατόπεδο τους και τους διασκόρπισε: “Ως αρχηγό του στρατού, είπαν εκείνοι, είδαμε έναν άντρα ξανθό και λαμπρό, καβάλα σ’ ένα άλογο. Φορούσε λευκό ιμάτιο”. Ήταν ο άγιος Δημήτριος. Η πόλη σώθηκε.

Με την πολιορκία αυτή συνδέεται και το θαυμαστό γεγονός της οπτασίας των αγγέλων που συνέβη την τρίτη μέρα της πολιορκίας και περιγράφεται λεπτομερώς στο 15ο κεφάλαιο των θαυμάτων του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ιωάννου.

Το έτος 615, στα χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου, μετά από πολλές άλλες επιτυχίες τους οι Σκλαβηνοί πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη. Με θαυματουργική πάλι επέμβαση του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου αποκρούστηκε και η θεοφρούρητη πόλη διασώθηκε. Δύο χρόνια αγρότερα έκανε επιδρομή εναντίον της και ο χαγάνος, αρχηγός των Αβάρων. Κι αυτός αποκρούστηκε και σώθηκε η Θεσσαλονίκη με την επέμβαση και πάλι του Δημητρίου.

Αφού σώθηκε η πόλη από τους δύο αυτούς εχθρούς, επλήγη από μεγάλους σεισμούς που ναι μεν σώριασαν σε ερείπια πολλές κατοικίες και άλλα δημόσια κτίρια, όμως κανένας από τους κατοίκους της δεν έχασε τη ζωή του. Γεγονός που όλοι το απέδωσαν στον πολιούχο τους άγιο.

Παραλείποντας, από έλλειψη χώρου, την αναφορά και άλλων θαυμάτων που αφορούν στη σωτηρία της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας,επισημαίνουμε ότι:

– Στης 26 Οκτωβρίου του 1912 (εορτή του αγίου) απελευθερώθηκε η πόλη από τον οθωμανικό ζυγό.

– Στις 26 Οκτωβρίου του 1944 έφυγαν από τη Θεσσαλονίκη οι τελευταίοι Γερμανοί στρατιώτες (λήξη της κατοχής της).

– Στις 20 Ιουνίου του 1987, ημέρα του μεγάλου σεισμού στην πόλη και την περιοχή, εντοπίστηκαν στην Ιταλία τα ιερά λείψανα του μεγαλομάρτυρα (που είχαν λαφυραγωγήσει οι Σταυροφόροι) και στις 25 Οκτωβρίου του 1978 ανακομίστηκαν με τιμή και ευλάβεια και εναποτέθηκαν στον μεγαλοπρεπή ναό του, το καύχημα της πόλης και της Μακεδονίας.

11. Η εικονογράφηση του Αγίου

Πάμπολλες είναι οι απεικονίσεις που αφιερώνονται στον Μεγαλομάρτυρα και Μυροβλήτη άγιο Δημήτριο σε χειρόγραφους κώδικες, σε φορητές εικόνες και σε τοιχογραφίες. Απεικονίζουν τον ίδιο, ή σκηνές από το βίο και το μαρτύριο του και θαύματα θεραπείας, ή σωτηρίας της Θεσσαλονίκης: Ενώπιον του Μαξιαμιανού, στη φυλακή, ευλογώντας το Νέστωρα, δρακοντοκτόνος, ενώ λογχίζεται, η κοίμησή του κλπ. Ιδιαίτερα αγαπητής στους αγιογράφους είναι η απεικόνιση του Μαρτυρίου του, διότι αυτό σχετίζεται και με το ιαματικό μύρο, πράγμα που τονίζεται πολύ και στην υμνολογία της εορτής. Επίσης η παράστασή του ως στρατιωτικού αγίου, πεζού ή καβαλάρη με πλήρη πολεμική εξάρτυση, Η εικόνα του ως έφιππου “αγαπήθηκε περισσότερο, γιατί ενσαρκώνει τα ελληνικά ιδεώδη της παλικαριάς και της λεβεντιάς”, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε. 

Σε μερικές εικόνες ζωγραφίζονται μαζί με τον άγιο Γεώργιο, ως μάρτυρες, ντυμένοι με πλούσιες πλουμιστές φορεσιές.

Σε όλες τις απεικονίσεις του “η έκφραση του προσώπου αποπνέει ευγένεια και ψυχική καλλιέργεια. Το στοχαστικό του βλέμμα κοιτάζει πέρα από τον κόσμο αυτό, βυθισμένο στους ουράνιους ορίζοντες. Ο φωτοστέφανος που περιβάλλει το κεφάλι του είναι σύμβολο του ανέσπερου και άδυτου φωτός, στο οποίο τέρπεται ο άγιος”.

Οι χριστιανοί που τόσο πολύ ευλαβούνται τον ιερή μνήμη του και τιμούν το γενναίο μαρτύριο του με ναούς, παρεκκλήσια, εξωκκλήσια και προσκυνητάρια, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ΄ όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες, δεν θα πάψουν ποτέ να τον ικετεύουν. 

“Φύλαττε τους δούλους σου αθλητά, μάρτυς μυροβλύτα τους τιμώντάς σε ευσεβώς, και ρύσαι κινδύνων και πάσης άλλης βλάβης, Δημήτριε τρισμάκαρ ταις ικεσίαις σου”. (Μεγαλυνάριον).