Today, on the 7th Sunday of the Gospel of Luke, we hear the wondrous account of the healing of the woman with the issue of blood and the raising of the daughter of Jairus, the ruler of the synagogue. And on this same day, the Church also sets before us the holy and wonder-working Saint Nectarios of Pentapolis, that radiant vessel of humility, patience, and unwavering faith in Christ.
How fitting are these commemorations together—for in both the Gospel and in the life of St. Nectarios, we behold the interplay of faith, suffering, patience, and divine healing.
The Evangelist tells us that for twelve years, this woman suffered a flow of blood, a condition that not only caused terrible physical weakness, but also rendered her religiously unclean and socially isolated. She bore physical pain, emotional humiliation, and spiritual loneliness.
She did not demand attention, nor cry out publicly, but said in her heart: “If I only touch the edge of His garment, I shall be made well.”
Her healing began not with touch, but with faith. Christ did not ask, “Who touched Me?” because He lacked knowledge, but to reveal her faith publicly, so that others, like us today, might be strengthened by her example.
Jairus, the ruler of the synagogue, approached Christ openly. While the woman showed silent faith, Jairus showed public faith. But his faith, too, was tested. When the news came that his daughter had died, those around him said: “Do not trouble the Teacher anymore.”
But Christ answered him: “Do not fear. Only believe.”
Saint Basil the Great teaches: “Faith is not the absence of sorrow, but the refusal to surrender to it.”
Jairus continued walking with Christ—even when the world told him it was hopeless. Christ, who is the Giver of Life, entered the house of mourning and transformed it into a house of resurrection.
In Saint Nectarios of Pentapolis, whose memory we commemorate today, we see both the silent endurance of the suffering woman and the steadfast faith of Jairus.
He was falsely accused, slandered, exiled, misunderstood, and humiliated. Like the woman, he suffered in silence. Like Jairus, he kept walking with Christ when others told him to give up.
Saint Nectarios did not allow bitterness to take root in his heart. Instead, he prayed for his accusers and thanked God for every trial. His very life teaches us that holiness grows where there is patience in suffering. God glorified him, not during his earthly life, but after death, just as the Lord raised Jairus’ daughter.
Today, thousands travel to his monastery in Aegina—wounded in body and soul—and they find healing through his intercessions. As the woman touched the garment of Christ, so the faithful now touch the relics of St. Nectarios and they are healed. For the saints are the hands of Christ stretched forth into our time.
The Gospel invites us to examine our faith today. Do we pray as the suffering woman prayed—quietly, persistently, with humility? Do we walk with Christ as Jairus did, even when circumstances seem hopeless? Do we endure injustice and hardship as St. Nectarios did, without anger, trusting in the judgment of God?
We, too, have illnesses—some of the body, many of the heart: resentment, anxiety, depression, impatience, fear. Let us come to Christ—not demanding, but trusting!
Το Άγιον Όρος, “το περιβόλι της Παναγίας”, υπήρξε ένας τόπος που ιδιαιτέρως είλκυε την φιλέρημο ψυχή του μητροπολίτου Νεκταρίου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, μετά την απομάκρυνσή του από το πατριαρχείο Αλεξανδρείας, επροτίμησε ως τόπο διαμονής του το Άγιον Όρος και όχι την μονή της μετανοίας του, την Νέα Μονή της Χίου. Αυτό εξυπηρετούσε δύο σκοπούς· αφενός μεν, το Άγιον Όρος, ως κιβωτός της παραδόσεως και καρδία του Ορθοδόξου μοναχισμού, είλκυσε τον ιεράρχη, και αφετέρου η μελέτη στις περίφημες βιβλιοθήκες των μονών του Άθω θα του προσέφερε πλούσιο υλικό, προς εξακολούθησιν της συγγραφής των έργων του.
Επειδή όμως το θέλημα του Θεού ήτο να διακονήσει την Ελλαδική Εκκλησία, πρώτον ως ιεροκήρυξ και εν συνεχεία ως διευθυντής της Ριζαρείου, ο διακαής πόθος του αγίου να μεταβεί στον Άθω εξεπληρώθη το καλοκαίρι του 1898. Στις θερινές διακοπές του έτους εκείνου, ο φιλομόναχος Νεκτάριος θα εύρισκε την ευκαιρία, να απαλλαγεί για λίγο από τον φόρτο των εκπαιδευτικών και ποικίλλων καθηκόντων του και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικώς στην εσωτερική πνευματική άσκηση, την προσευχή και την μελέτη. Το ταξίδι αυτό αποτελούσε έκφραση ευγνωμοσύνης του προς την Κυρία Θεοτόκο, για τις άπειρες προς αυτόν ευεργεσίες.
Προτού αναχωρήσει, σύμφωνα με τους κανονισμούς, ο άγιος Νεκτάριος ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο υπάγεται ο Άθως, κανονική άδεια μεταβάσεως και παραμονής σε αυτόν. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος ο Ε΄, δια της από 30ης Μαΐου 1898 επιστολής του προς τους επιστάτες και αντιπροσώπους της αγιορειτικής κοινότητος, συνιστούσε τον όσιο και τους παρακαλούσε να του παράσχουν “πᾶσαν δυνατήν εὐκολίαν καί ἄνετον ἐκπλήρωσιν οὗ ἐμφορεῖται πόθου.” Ἐλαβε, επίσης, και την έγγραφο συγκατάθεση του διοικητικού συμβουλίου της Ριζαρείου και “κατά τό ἄρθρ. 24 τοῦ Νέου Ὀργανισμοῦ”, στην διεύθυνση “θέλει ἀναπληροῖ ὁ Οἰκονόμος τῆς σχολῆς”.
Η ιερά κοινότης του Αγίου Όρους υπεδέχθη τον λόγιο ιεράρχη, με τιμές ανάλογες του αξιώματός του και, δια της από 30ης Ιουλίου 1898 επιστολής του προς τις είκοσι ιερές μονές, συνιστούσε τον άγιον Πενταπόλεως ως έναν “τῶν μᾶλλον εὐπαιδεύτων καί διαπρεπῶν τῆς Ἀνατολ. Ὀρθ. Ἐκκλησίας Ἱεραρχῶν, γνωστόν ἔκ τε τῶν πολλῶν καί ποικίλων θεολογικῶν καί λοιπῶν ἐκκλησιαστικῶν Αὐτοῦ συγγραφῶν”, για να του παρασχεθεί πάσα διευκόλυνσις μελέτης και ιεροπραξίας, κατά τον πόθο του.
Δεν γνωρίζουμε, αν ο άγιος επεσκέφθη όλες τις ιερές μονές, αλλά σύμφωνα πάντοτε με τις πληροφορίες των Αγιορειτών πατέρων και των βιογράφων του, επεσκέφθη τις περισσότερες εξ αυτών. Οι Αγιορείτες αντίκρισαν έναν χαμηλόθωρο κληρικό, με μοναχική περιβολή, χωρίς να φέρει επάνω του το διακριτικόν της αρχιερωσύνης, το εγκόλπιο.
Με την απέριττη ενδυμασία, ο ασκητής άγιος αποσκοπούσε στην αποφυγή αποδόσεως τιμών προς το πρόσωπόν του, εκ μέρους των μοναχών, καθ’ όλην την διάρκεια της παραμονής του στον Άθω. Ο ίδιος επιζητούσε την εσωτερική μόνωση και την πνευματική εμπειρία, που θα αποκτούσε από τις συναναστροφές του με τους ασκητές.
Σύμφωνα με την αγιορείτικη προφορική παράδοση, η περιοδεία του αγίου άρχισε από την ιερά μονή του Οσίου Διονυσίου, όπου αντέγραψε από κώδικα της εκεί βιβλιοθήκης επιστολή του Πάπα Ιωάννου του Η΄ προς τον Μέγα Φώτιο, την οποία περιέλαβε στο έργο του, “Περί τῶν αἰτιῶν τοῦ Σχίσματος”.
Στην συνέχεια, επεσκέφθη την ιερά μονή της Μεγίστης Λαύρας, στις 7 Αυγούστου του 1898, όπως μαρτυρείται από την ιδιόχειρη αφιέρωσή του στο βιβλίο των επισκεπτών.
Ο επόμενος σταθμός της περιοδείας του ήτο η ιερά μονή Σίμωνος Πέτρας, όπου συνεδέθη με δεσμούς φιλίας με τον τότε ηγούμενο της μονής, γέροντα Ιερώνυμο. Ο δεύτερος επεσκέπτετο τακτικώς τον άγιο στην Αθήνα και στο μοναστήρι του στην Αίγινα.
Ακολούθως, μετέβη στην ιερά μονή του Οσίου Γρηγορίου, ο καθηγούμενος της οποίας, γέρων Αθανάσιος, συνιστούσε στην αδελφότητά του, να μελετά τα συγγράμματα του αγίου Νεκταρίου. Ο αείμνηστος ιατρός και αδελφός της μονής Νικόλαος γνώριζε τον άγιο από τα νεανικά του χρόνια. Διηγείτο ότι είδε πολλά θαύματα του αγίου και ένεκα αυτών εγκατέλειψε τα εγκόσμια και την καριέρα του και ηκολούθησε την μοναστική πολιτεία.
Μία επιστολή ευρέθη σε “Ἐπιστολάριον”, στα αρχεία της ιεράς μονής Ξενοφώντος. Σύμφωνα με την άποψη του βιβλιοθηκαρίου της μονής, ιερομονάχου Θεωνά, ο άγιος Νεκτάριος απηύθυνε την επιστολή αυτή προς τον τότε βιβλιοθηκάριο μοναχό Χρυσόστομο, δια της οποίας τον επληροφόρει για την λήψη των αντιτίμων της μελέτης του “Εὐαγγελική Ἱστορία”. Η αχρονολόγητη αυτή επιστολή, προφανώς, συνετάχθη το 1903, έτος εκδόσεως της “Εὐαγγελικῆς Ἱστορίας”.
Κατά την επίσκεψίν του εις την ιερά μονή των Ιβήρων, ο άγιος Νεκτάριος σημείωσε τα εξής στο “Βιβλίον τῶν ἐπισκεπτῶν”: “Νηστεία καί παρθενία πτέρυγες πνευματικαί πρός μεταρσίωσιν καί τελείωσιν, ἀλλ’ ἥ τε νηστεία καί παρθενία καθ’ ἑαυτά οὔτε καλόν οὔτε κακόν, ἀλλ’ ἀπό τῆς τῶν μετιόντων προαιρέσεως ἑκάτερον γίνεται, κατά τόν θεῖον Χρυσόστομον. Προαιρέσεως ἄρα δεόμεθα ἀγαθῆς, νηστείαν ἀσκοῦντες καί παρθενίαν ὅπως ἀναβῶμεν πνευματικά καί ἀχθῶμεν εἰς τήν Χριστιανικήν τελειότητα. Ἔτι δέ προαίρεσις τό ἀνακινεῖσθαι πρός τελείωσιν. Ἔν τῇ Ἱερᾷ, καί Σεβασμίᾳ Μονῇ τῶν Ἰβήρων τῇ 16 Αὐγούστου Ἔτους Σωτηρίου 1898. Ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος”.
Περνώντας από διάφορες σκήτες, ο σεβάσμιος κληρικός έφθασε στην Μικρά Αγία Άννα, όπου συνομίλησε με ερημίτες και ασκητές. Κάποιος μάλιστα εξ αυτών, που είχε προορατικό χάρισμα, απεκάλυψε στον άγιο την αρχιερατική του ιδιότητα, παρ’ ότι εξωτερικώς έδειχνε ως άσημος μοναχός. Στην περιοχή εκείνη, εγνωρίσθη με τους γέροντες Χρύσανθο Βρέτταρο και Μηνά Μαυροβούνιο. Ο δεύτερος, συζητώντας με τον θεοφόρο Νεκτάριο, επί δύο ημερόνυχτα λησμονήθηκαν. Είχαν μεταρσιωθεί σε ουράνιες θεωρίες.
Ο άγιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης, ιδρυτής της μοναστικής αδελφότητος των Δανιηλαίων, εφιλοξένησε τον διευθυντή της Ριζαρείου στην σκήτη του. Ο Δανιήλ εδέχετο την οικονομική ενίσχυση του μητροπολίτου για την ανέγερση του μονυδρίου της σκήτης του, καθώς και αντίτυπα των έργων του, με ιδιόχειρη αφιέρωση. Θέλοντας να δείξει ο αγιορείτης πατήρ την ευγνωμοσύνη του για τις κάθε είδους ευεργεσίες που εδέχετο από τον ελεήμονα επίσκοπο, τον αποκαλούσε “κτίτορα και πατέρα και καθηγούμενο τοῦ ἱεροῦ κελλίου” του.
Σύμφωνα με την άποψη του μακαριστού ηγουμένου της μονής Παναγίας Τατάρνης, αρχιμανδρίτου π. Δοσιθέου Κανέλλου, στην αδελφότητα των Δανιηλαίων του Αγίου Όρους υπήρξε κάποιος ιερομόναχος, ονόματι Αθανάσιος Βίττος Δανιηλίδης, μέγας οικονόμος και πνευματικός, ο οποίος, μετά από μακροχρόνια μαθητεία κοντά στον γέροντα Δανιήλ, ανεχώρησε από το Άγιον Όρος και ήλθε στην Αθήνα, φέροντας μαζί του την “Ἐπιστολογραφία τοῦ Ὁσιωτάτου Πατρός Δανιήλ Σμυρναίου, Ἁγιογράφου, τοῦ ἐν Κατουνακίοις Ἁγίου Ὄρους Ἄθω”, ή τό “Χειρόγραφον Ἐπιστολάριον”, όπως αλλιώς το ονόμαζε ο Αθανάσιος, το οποίο περιείχε αντίγραφα μέρους της αλληλογραφίας του γέροντος Δανιήλ με τον άγιο Νεκτάριο.
Η “Ἐπιστολογραφία” περιείχε μεταξύ άλλων τις εξής τέσσαρες επιστολές· τις από 8ης Μαρτίου και 5ης Ιουνίου 1903 επιστολές του γέροντος Δανιήλ προς τον άγιο Νεκτάριο και μία αχρονολόγητη του αγίου Δανιήλ, περί μοναχικής διατυπώσεως, καθώς και την από 30ης Μαρτίου 1903 επιστολή του αγίου Νεκταρίου προς τον γέροντα Δανιήλ, η οποία διακρίνεται για το φιλοσοφικό της βάθος. Σ’ αυτήν, ο άγιος έκανε λόγο για τις δοκιμασίες, που οδηγούν την ψυχή στην αληθινή φιλοσοφία, δια της οποίας καλούμεθα όλοι, ιδιαιτέρως οι μοναχοί, να γίνομε φιλόσοφοι. Ο ιεράρχης επεσφράγισε τον λόγο του με την πράξη, αποστέλλοντας στον γέροντα Δανιήλ ένα κιβώτιο με δέκα τρεις ογκώδεις τόμους των έργων του Χρυσοστόμου, εκδόσεως Βενετίας 1734-1741.
Εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης, ο άγιος Δανιήλ απέστειλε την από 8ης Μαρτίου 1903 επιστολή του στον άγιο Νεκτάριο, καθώς και την από 5ης Ἰουνίου 1903 επιστολή του, η οποία εχαρακτηρίσθη από τον συντάκτη της ως “Ἀπάντησις τῆς 13ης εἰς τόν Ἅγιον Πενταπόλεως κ. Νεκτάριον”, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης επιστολής.
Στην συνέχεια της προσκυνηματικής περιοδείας του, ο άγιος Νεκτάριος, εφιλοξενήθη για τρεις ημέρες στην καλύβα του γέροντος Ιωάσαφ, στην σκήτη της Αγίας Άννης, όπου ετιμάτο στην μνήμη του ιερού Χρυσοστόμου. Ο μοναχός Ιωάσαφ κατήγετο από την Μάδυτο, η οποία βρίσκεται κοντά στην Σηλυβρία. Αυτό προφανώς συνετέλεσε στην σύναψη πνευματικής φιλίας και αλληλογραφίας, που διετηρήθη μεταξύ των δύο ανδρών.
Ο σπηλαιώτης γέρων Αβιμέλεχ Μπονάκης, διακρινόμενος για την πραότητα και την ακτημοσύνη του, απέσπασε την συμπάθεια του αγίου, όταν αυτός πέρασε από την σπηλιά που διέμεινε, στην σκήτη της Αγίας Άννης. Ο υμνογράφος Αβιμέλεχ συνήψε φιλία και αλληλογραφία με τον άγιο και υπήρξε ο πρώτος βιογράφος του.
Η δίμηνη προσκυνηματική περιοδεία του μητροπολίτου Νεκταρίου στο Άγιον Όρος έλαβε τέλος κάπου στα τέλη Αυγούστου του 1898, οπότε και επέστρεψε στα καθήκοντά του στην Ριζάρειο. Η επίσκεψη αυτή επέδρασε καταλυτικώς στις περί μοναχισμού αντιλήψεις του, δια των οποίων συνέβαλε στην ανανέωση του Ορθοδόξου μοναχισμού. Εκεί εγνώρισε το μοναχικό αγιορείτικο ήθος και με την δεκτικότητα της ψυχής του τα ενστερνίσθη, όπως μαρτυρείται και από την σύνθεση του “Θεοτοκαρίου”, με το οποίο εξύμνησε την Κυρία Θεοτόκο.
Η επίδρασις που ήσκησε ο Άθως στον φιλομόναχο άγιο Πενταπόλεως ήτο εμφανής στην εξωτερική του εμφάνιση. Ήτο συνήθως ενδεδυμένος με το ράσο του, τον καλογερικό σκούφο κι ένα μικρό ασημένιο επιστήθιο σταυρό. Την μεγάλη του αγάπη προς τον μοναχισμό έδειξε ο άγιος και με την σύνθεση του “Θεοτοκαρίου” και με την ίδρυση της γυναικείας κοινοβιακής ιεράς μονής Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, το 1904. Η εξ ολοκλήρου αφοσίωσή του στην σύσταση και ανοικοδόμηση της μονής του απετέλεσε τον κύριο λόγο της παραιτήσεώς του από τα καθήκοντά του στην Ριζάρειο.
Ήδη, πριν την παραίτησή του, την τετραετία 1904-1908, με τις “Κατηχητικές Ἐπιστολές” που απηύθυνε προς τις δόκιμες μοναχές στην Αίγινα, παρείχε πατρικές υποθήκες για την ακριβή τήρηση των όρων της πνευματικής αθλήσεως και μοναχικής ζωής. Ο ασκητής επίσκοπος ανεδείχθη διδάσκαλος της μοναχικής πολιτείας, διότι οι εν λόγω επιστολές του “ἀποτελοῦν ἀρίστην Πατερικήν διδασκαλίαν καί φῶς διά τούς ἀκολουθούντας τήν ἀγγελομίμητον ζωήν.”
Ο προστάτης της Αιγίνης διετήρησε την επαφή του με τους Αγιορείτες πατέρες, μέχρι το τέλος του επιγείου βίου του. Διακής πόθος του ήτο να επισκέπτεται τακτικώς το Άγιον Όρος, προς “πνευματικήν ἀναψυχήν”, όπως ο ίδιος έγραφε χαρακτηριστικώς σε επιστολή του προς τον άγιο Δανιήλ τον Κατουνακιώτη. Οι υποχρεώσεις όμως που είχε αναλάβει έναντι της αδελφότητος της μονής του στην Αίγινα, αλλά και η προς το τέλος της ζωής του επώδυνη ασθένεια που τον κατέβαλε σταδιακώς, ανέκοψαν την εκπλήρωση της επιθυμίας του.
(Απόσπασμα από την μελέτη του Μητροπολίτου Σουηδίας Κλεόπα Στρογγύλη, Ἀνέκδοτες Ἐπιστολές Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Τόμος Α´& Β´ (2023), Εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.)
During the three-day period of October 31st, November 1st and 2nd, 2025, His Eminence Archbishop Elia of Helsinki and All Finland visited Stockholm on the occasion of the feast of the Synaxis of the Saints of Karelia.
Specifically, at midday on Friday, October 31st, His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden and All Scandinavia, accompanied by the Very Reverend Archimandrite Bartholomew Iatridis, welcomed at Stockholm’s Arlanda Airport the new Archbishop of Helsinki and All Finland, His Eminence Elia, who was accompanied by the Reverend Protopresbyter Mikael Sundkvist and the Reverend Archdeacon Andreas Salminen. They then attended a luncheon graciously offered by businessman Mr. Konstantinos Zisis.
In the afternoon of the same day, the Hierarchs of the Mother Church and the above-mentioned Clergy were received by the Ambassador of Finland to Sweden, His Excellency Mr. Olli Kantanen, with whom they exchanged views on ecclesiastical and current matters affecting both countries.
The Shepherd of the Scandinavian Lands offered His Excellency his published study in English regarding the Patriarchal Visit of His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew to Stockholm, in 2019.
That evening, Metropolitan Cleopas hosted a dinner in honor of the Archbishop and his accompanying Clergy, at a local restaurant.
On the morning of Saturday, November 1st, 2025, Archbishop Elia presided over the Divine Liturgy at the Finnish Parish of Saint Nicholas in Stockholm, at which Metropolitan Cleopas of Sweden and All Scandinavia participated in prayer. He was accompanied by the chief Legal Advisor of the Metropolis, Mr. Rafail Poumeyrau.
At the conclusion of the Divine Liturgy, Metropolitan Cleopas addressed Archbishop Elias appropriately.
That evening, Metropolitan Cleopas again offered a dinner in honor of the Archbishop and his Entourage.
On the morning of Sunday, November 2nd, 2025, Metropolitan Cleopas welcomed Archbishop Elia and his clergy at the Saint George Cathedral of Stockholm.
A concelebration of the Hierarchs followed. At its conclusion, Metropolitan Cleopas welcomed Archbishop Elia for the second time, following the Patriarchal Visit last August, expressing his gratitude for his honored presence and his overall support of the Finnish Parish of Saint Nicholas.
He offered him a Hierarchical medalion/Engolpion, as well as his latest study on the first Metropolitan of Sweden, the late Polyefktos.
Then, Archbishop Elia thanked Metropolitan Cleopas for his generous hospitality and bestowed upon him the Cross of the Order of the Archdiocese of Finland, together with its accompanying insignia.
He also expressed his joy for the brotherly relations between the two Churches, for the benefit of the Mother Church of Constantinople. He spoke about the venerable Head of Orthodoxy, Ecumenical Patriarch Bartholomew, and expressed his admiration for the restoration work of the Cathedral, which he remembered from his student years.
In his address, delivered in Greek and English, Metropolitan Cleopas stated: “Today, in our worship Synaxis, we welcome His Eminence Archbishop Elia of Helsinki and All Finland, together with his companions, Father Mikael and Archdeacon Andreas, who have been in Stockholm since the day before yesterday on the occasion of the celebration of the Synaxis of the Saints of Karelia, who were honored yesterday in our Finnish Parish of Saint Nicholas.
Today we have the exceptional honor and blessing to welcome His Eminence with his esteemed Entourage for the second time, after the Patriarchal Chorostasia here of His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew, on August 24th of this year, in order to reaffirm our fraternal relationship and to thank him, because he grants canonical permission to distinguished Clergy of his Archdiocese to visit and offer the Holy Sacraments to our Finnish Parish, for which we are deeply grateful for his unwavering support.
We wish you, Your Eminence, health, strength, and the abundant blessing of God in your Archpastoral ministry, and may you enjoy the fruits of your labors! Welcome!
Today we heard the Parable of the Rich Man and Poor Lazarus. It is not simply a narrative, but a calling; a signpost for our spiritual life.
In the parable, we discern the rich man who lives in luxury and self-indulgence, and Lazarus who is in poverty and pain, silent and patient, near the gate of the rich man.
The two figures represent two familiar ways of life. The rich man is not condemned because he possesses wealth, but because he does not see his brother, does not recognize his social responsibility, and does not glorify God through his blessings.
Lazarus, although poor, has a name: ‘Lazarus,’ which means ‘God is my help.’
The parable then moves to the afterlife. Lazarus is carried to the bosom of Abraham, while the rich man descends into Hades. The reversal is clear: our life on earth determines the soul’s condition after death. This is not merely a warning, but a call to transformation now.
Greed and avarice isolate the human being; covetousness becomes idolatry. Compassion toward our neighbor is an expression of faith.
Let us escape indifference and become active. Let us make the decision to show mercy, with our eyes fixed on the Lord, who loves the humble and justifies the repentant, so that when the day comes that we stand before Him, we may hear His blessed words: ‘Well done, good and faithful servant.’”
Your Eminence,
Fr. Mikael & Archdeacon Andreas,
With profound reverence and sincere joy, we welcome You today at our Cathedral.
Your presence among us this day is not only a blessing, but also a visible sign of the living unity of the Church of Christ, which transcends boundaries of geography and culture, binding us together in one common faith, prayer, and Eucharist, under the Mother Church of Constantinople.
We express our profound gratitude for the consistent and generous support that the Autonomous Church of Finland provides to our beloved St. Nicholas Finnish Orthodox Parish of Stockholm.
The regular sending of clergy—who travel from Finland to Stockholm, to serve the Divine Liturgy, to offer the Holy Sacraments, to provide guidance, comfort, and encouragement—this is not a small gift. It is a sacrifice of time, energy, and resources.
Your Eminence, your concern for our pastoral life reflects the care of the Good Shepherd.
Today, your second official visit as Archbishop reminds us that we are not alone. We are part of the one Orthodox Church—united in faith, in prayer, in apostolic tradition.
At this point, please allow me to offer you these two small gifts; an engolpion & my latest book on the first Metropolitan of Sweden the late Polyefktos Finfinis.
May the grace of our Lord Jesus Christ be with you always and with your Esteemed Entourage, Fr. Mikael & Protodeacon Andreas. Thank you.”
After the conclusion of the Divine Liturgy, His Eminence Archbishop Elia, together with the clergy accompanying him, the President of the Finnish Parish of Saint Nicholas in Stockholm and the Director of the Parish Choir, Mr. Jukka Aminoff, the Chief Legal Adviser to the Holy Metropolis of Sweden Mr. Rafail Poumeyrau, Mr. and Mrs. Benedict Svendberg, and His Eminence Metropolitan Cleopas, attended a luncheon offered in honor of the visiting delegation by the Cathedral Philoptochos Ladies Society, under the gracious care of its President Mrs. Fotini Batsela, and Mrs. Tania Svendberg, held on the premises of the Museum of Hellenic-Christian Heritage, within the Cathedral grounds.
Thereafter, Metropolitan Cleopas accompanied Archbishop Elia and his honorable entourage to Stockholm’s Arlanda Airport, where he bid farewell to them, once again expressing his gratitude for their distinguished visit and for the reaffirmation of their mutual fraternal relations and fruitful cooperation.
Ο ένδοξος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων της Ρώμης Διοκλητιανού (284-304) και Μαξιμιανού (286-305). Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Από τους γονείς του πήρε την ευσέβεια και ο ίδιος υπήρξε διδάσκαλος της χριστιανικής πίστης.
Όταν κάποτε ο Μαξιμιανός πήγε στη Θεσσαλονίκη, ακούγοντας όσα έλεγαν όλοι για την αρετή και τη μεγάλη πίστη του Δημητρίου στον Θεό, διέταξε και τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν.
Ο αυτοκράτορας αυτός καμάρωνε για έναν άντρα, με τ’ όνομα Λυαίος, που ήταν γιγαντόσωμος και πολύ δυνατός και τους ξεπερνούσε όλους. Ο Μαξιμιανός θέλοντας να τιμήσει το Λυαίο, παρακινούσε τους Θεσσαλονικείς να μπουν στο στάδιο και να παλέψουν μαζί του.
Τότε ένας νέος στην ηλικία χριστιανός, που τον έλεγαν Νέστορα, επισκέφθηκε τον άγιο Δημήτριο στην φυλακή και του είπε:
– “Δούλε του Θεού, θέλω να αντιμετωπίσω τον Λυαίο. Προσευχήσου για μένα στον Κύριο”.
Ο άγιος, αφού πρώτα έκανε στο μέτωπο του Νέστορα το σημείο του σταυρού, του είπε:
– “Και το Λυαίο θα νικήσεις, αλλά και για το Χριστό θα μαρτυρήσεις”!
Έτσι λοιπόν ο Νέστορας, παίρνοντας δύναμη και θάρρος από τα λόγια αυτά του αγίου Δημητρίου, αντιμετώπισε τον Λυαίο, τον θανάτωσε και ταπείνωσε την αλαζονεία του.
Ο Μαξιμιανός ντροπιάστηκε πολύ από το γεγονός ότι το καμάρι του, ο Λυαίος, είχε τόσο ταπεινωτικό και απρόσμενο τέλος. Ερευνώντας όμως το θέμα, πληροφορήθηκε ότι αίτιος της σφαγής του Λυαίου ήταν ο άγιος Δημήτριος. Χωρίς χρονοτριβή λοιπόν έστειλε στη φυλακή στρατιώτες, με την εντολή να λογχίσουν την πλευρά του πέρα ως πέρα.
Οι στρατιώτες εκτέλεσαν πάραυτα την εντολή κι έτσι ο ένδοξος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος παρέδωσε στον Κύριο την ψυχή του και κοσμήθηκε με το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.
Μετά το μαρτυρικό του θάνατο ο Άγιος επιτελούσε πάρα πολλά θαύματα και παράδοξες θεραπείες.
Εξάλλου, πάλι με εντολή του Μαξιμιανού, αποκεφαλίστηκε από τους στρατιώτες και ο Άγιος Νέστορας, (Κατά το Συναξαριστή -27 Οκτωβρίου, ο Άγιος Νέστορας θανατώθηκε με τη χρησιμοποίηση του ίδιου του ξίφους του, με το οποίο είχε νικήσει τον Λυαίο).
2. Πηγές για τη ζωή, το μαρτύριο και τα θαύματά του
Ο Άγιος Δημήτριος είναι μία από τις πλέον δημοφιλείς μορφές στο ορθόδοξο Αγιολόγιο. Έτσι ίσως εξηγείται και το γεγονός ότι και νωρίτερα αλλά κυρίως από τον 6ο αιώνα κι εξής πολλοί συγγραφείς του αφιέρωσαν θερμά εγκώμια, ενώ εκκλησιαστικοί ποιητές και μελωδοί συνέταξαν ύμνους για να ψάλλουν το βίο, το μαρτύριο και τα πάμπολλα θαύματά ου. Η τάση αυτή ενισχύθηκε σημαντικά κατά το 14ο αιώνα, όταν στη Θεσσαλονίκη ξανάρχισαν να τελούνται λαμπρότερες οι εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν του.
Κύριες από τις αρχαιότερες πηγές για τον Άγιο Δημήτριο είναι:
α. Το Μαρτύριο του, γραμμένο από τον Άγιο Συμέωνα τον Μεταφραστή (κατά τον 10ο αιώνα).
β. Τρία βιβλία θαυμάτων του. Πρόκειται για συλλογές θαυμάτων του Αγίου, εκ των οποίων το Α’ βιβλίο είναι έργο του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ιωάννη του Α’ (7ου αιώνα), το δε Β’ βιβλίο, όπως και το Γ’ είναι άγνωστων συγγραφέων (το ένα του 6ου και το άλλο του 19ου αιώνα). Το Μαρτύριο και τα τρία βιβλία των θαυμάτων περιλαμβάνονται στον τόμο 116 της Ελληνικής Πατρολογίας του J. P. Migne.
Σημαντικότερες πληροφορίες για το βίο, το μαρτύριο και τα θαύματά του περιέχονται στους εγκωμιαστικούς λόγους που συνέταξαν, μεταξύ άλλων, και οι: Αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Θεοφάνης ο Κεραμεύς, Πλωτίνος και Ισίδωρος Θεσσαλονίκης, Γεώργιος Ακροπολίτης, Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, Δημήτριος Χρυσολωράς, Νικόλαος Καβάσιλας, Γεώργιος Κεδρηνός και Φιλόθεος Κωνσταντινουπόλεως.
3. Καταγωγή και μόρφωση
Το έτος 280 μ.Χ. ανάγουν οι αγιολογικές πηγές τη γέννηση του Δημητρίου στην ένδοξη και λαμπρή πόλη της Θεσσαλονίκης, από γονείς που ήταν επίσημοι και οι ρίζες τους κρατούσαν από τους αρχαίους Μακεδόνες.
Από τη παιδική του ηλικία διακρίθηκε στις επιδόσεις. Όντας ευφυής και με τη στήριξη των γονέων του πέτυχε να γίνει κάτοχος όχι μόνο της κοσμικής αλλά και της θείας γνώσης. Καθώς δε μεγάλωνε, “προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι” (Λουκ. 2, 52) και γινόταν “χαρίεις την μορφήν, ψυχήν δε χαριέστερος· ηδύς το φθέγμα, τον τρόπον ηδύτερος· γλυκύς τον λόγον, το ήθος δε γλυκύτερος“(χαριτωμένος στη μορφή, ακόμα πιο χαριτωμένος στην ψυχή· ευχάριστος στην ομιλία, πιο ευχάριστος στη συμπεριφορά· γλυκός στα λόγια, ακόμα πιο γλυκός στο χαρακτήρα του), όπως αναφέρουν οι βιογράφοι του. Στην ηλικία αυτή υπερτερούσε σε ήθος και γνώσεις όλων των συνομηλίκων του. Και κοντά σε τούτα ο Θεός τον είχε προικίσει και με την ωραιότητα του σώματος, χωρίς όμως όλα αυτά να τον οδηγήσουν – όπως πολλούς άλλους νέους – στην έπαρση και στην αμαρτία. Αντίθετα ο πνευματικός του αγώνας έδινε στο πρόσωπό του εκείνη την ανεπιτήδευτη χαρά και τη λάμψη του βλέμματος, που υποδήλωναν αγιότητα.
4. Αξιώματα και δράση
Η σύντομη σε διάρκεια επίγεια ζωή του Δημητρίου συνέπεσε με τη βασιλεία του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, ο οποίος κατείχε τα σκήπτρα των Ρωμαίων (286-305 μ.Χ.), στα πλαίσια του συστήματος της Τετραρχίας που είχε καθορίσει ο σκληρός διώκτης των χριστιανών, αυτοκράτορας Διοκλητιανός (284-305 μ.Χ.).
Φτάνοντας ο Δημήτριος στην αρχή της αντρικής ηλικίας έδειξε ολοκληρωμένα πλέον τα χαρίσματα με τα οποία ήταν κοσμημένος. Ρωμαλέος σωματικά, καρτερόψυχος, γνώστης των πολεμικών τεχνών, χρηστοηθής, σεμνός και κόσμιος. Αρετές και προσόντα γνωστά σε όλους τους Θεσσαλονικείς. Έτσι η φήμη του δεν άργησε να φτάσει μέχρι και τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό. Ο οποίος, εκτιμώντας όλα αυτά, τον ανύψωσε στο αξίωμα του ανθυπάτου (επρόκειτο για τοποτηρητή του υπάτου σε ρωμαϊκή επαρχία, – ήταν ανώτατο αξίωμα), και μάλιστα τον περιέβαλε και με την επίσημη υπατική χλαμύδα.
Ο Δημήτριος δεν πιάστηκε για το κοσμικό αυτό, έστω και τόσο υψηλό αξίωμα. Γιατί ήξερε να διακρίνει μεταξύ των πρόσκαιρων και των αιώνιων αγαθών και θεωρούσε ότι πάνω απ’ όλα βρίσκεται η πίστη στο Χριστό και η απόλαυση της ουράνιας μακαριότητας.
Έτσι λοιπόν άρχισε να μιλάει με παρρησία για το σωτήριο όνομα του Θεού. Να προσφέρει τον άρτο της ζωής, το λόγο της αληθείας, στηριγμένος στη σχετική διδασκαλία του Ιησού Χριστού, όπως αναπτύσσεται στα ιερά Ευαγγέλια. Παράλληλα με το στρατιωτικό αξίωμα στην ρωμαϊκή Ιεραρχία, είχε λάβει και το διακόνημα του διδασκάλου από τον πραγματικό βασιλιά, το Χριστό (“της παρά του όντως βασιλέως μυστικής δεδομένης διδασκαλικής αξίας”).
Ενωρίς έστρεψε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του προς τα παιδιά και τους νέους. Σχημάτισε έναν κύκλο από αυτούς και ενδιέτριβαν στη μελέτη της Αγίας Γραφής. Όπως αναφέρεται σε κάποιο “Μαρτύριο” του ήταν “ερμηνεύων και δεικνύς”, ενώ σε ψηφιδωτό που διασώθηκε στον περίφημο ναό του στη Θεσσαλονίκη παριστάνεται έχοντας γύρω του παιδιά.
Η ενασχόληση του με τους νέους αποδεικνύεται και από τη φράση του Αγίου Νέστορα “ο Θεός Δημητρίου”, γιατί μαρτυρεί ότι και ο γενναίος αυτός νέος είχε αλιευθεί στο Χριστό από το Δημήτριο.
Οι συγκεντρώσεις των χριστιανών (παιδιών, νέων ή ενήλικων) γίνονταν στη Χαλκευτική Στοά, κάτω από τις υπόγειες καμάρες, κοντά στα δημόσια λουτρά. Στη Στοά αυτή έγινε και η σύλληψη του, όταν τον κατήγγειλαν για τη χριστιανική ιδιότητά του και τη διδασκαλική δράση του. Καθώς οι στρατιώτες τον οδηγούσαν στο Μαξιμιανό, οι ειδωλολάτρες τον λοιδορούσαν, ενώ ο Δημήτριος ομολογούσε με θαυμαστή παρρησία “τω Χριστώ μου πιστεύω μόνον“.
Συνέβη την περίοδο εκείνη να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός, ύστερα από το νικηφόρο πόλεμο του εναντίον των Σαυροματών (Σαρματών) και των Σκύθων. Όταν έφεραν μπροστά του το Δημήτριο με την κατηγορία ότι “πρεσβεύει τα των χριστιανών και περιγελά τους θεούς των ειδώλων”, καταλήφθηκε από απορία αλλά και οργή. Ήταν δυνατόν ο ανθύπατος Δημήτριος, που σε τόσο νεαρή ηλικία είχε τιμηθεί με τέτοιο αξίωμα από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, να είναι χριστιανός; Ζήτησε μάρτυρες να το επιβεβαιώσουν, γιατί δεν ήθελε να το παραδεχτεί.
5. Διάλογος με τον αυτοκράτορα – φυλάκιση του Αγίου
Οι συναξαριστές και οι εγκωμιαστές του Δημητρίου, ιδιαίτερα δε ο Δημήτριος Χρυσολωράς, περιγράφουν με ενάργεια το διάλογο μεταξύ του Αγίου και του αγέρωχου και σκληρού διώκτη των χριστιανών Μαξιμιανού. Ο Δημήτριος εμφανίζεται μπροστά του χωρίς να δειλιάσει από το μέγεθος της αμείλικτης εξουσίας ή από τα βασανιστήρια που σίγουρα τον περιμένουν. Οι αγιολόγοι περιγράφουν τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του αυτοκράτορα και του γενναίου ομολογητή του Χριστού και τα οποία περιληπτικά έχουν ως εξής:
Μαξιμιανός: Είναι αλήθεια πως είσαι χριστιανός;
Δημήτριος: Είμαι στρατιώτης του Χριστού και μόνο αυτόν λατρεύω.
Μαξιμιανός: Εγώ σε ανέβασα σε τόσο μεγάλο αξίωμα κι εσύ, Δημήτριε, έτσι μου το ανταποδίδεις;
Δημήτριος: Εγώ, βασιλιά μου, τιμώ τη βασιλεία σου, αλλά πιο πολύ από σένα τιμώ το Θεό του ουρανού και της γης, που είναι βασιλιάς όλου του κόσμου.
Μαξιμιανός: Και ποιος είναι αυτός ο βασιλιάς και Θεός σου;
Δημήτριος: Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Είναι Θεός αληθινός και παντοδύναμος. Αυτόν λατρεύω και τους θεούς των ειδωλολατρών δεν τιμώ, αλλά τους μυκτηρίζω και τους σιχαίνομαι. Όσο για τις τιμές και τα αγαθά που δίνεις σ’ εκείνους που πειθαρχούν σ’ εσένα, πως είναι δυνατό να συγκινήσουν όποιον περιφρονεί την πρόσκαιρη εξουσία σου, την ίδια τη βασιλεία σου, τον πλούτο και τη δόξα σου; Αν μάλιστα με θανατώσεις θέλω να ξέρεις ότι θα κάνεις για μένα αυτό που περισσότερο απ’ όλα εύχομαι: Με στέλνεις μια ώρα αρχύτερα στην αληθινή ζωή και σ’ Εκείνον που ποθώ περισσότερο από καθετί.
Παρά το γεγονός ότι ο Μαξιμιανός μόλις και μετά βίας συγκρατούσε την οργή του για το τόλμημα του νεαρού ανθυπάτου, ανέβαλε να τον υποβάλει σε βασανιστήρια, γιατί είχε την κρυφή ελπίδα ότι θα μπορούσε να “συνετίσει” το Δημήτριο και να τον αποσπάσει από τη χριστιανική πίστη. Έτσι έδωσε εντολή να φυλακισθεί “στις καμάρες όπου ζέσταιναν νερό για τα γειτονικά λουτρά”.
Στο “Μαρτύριο” που συνέταξε ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής αναφέρεται ότι καθώς ο Δημήτριος ωδηγείτο στη φυλακή χαιρόταν γιατί πλησίαζε το μαρτυρικό του τέλος, αλλά ταυτόχρονα λυπόταν γιατί αυτό καθυστερούσε αφού αντί για το μαρτύριο τον πήγαιναν στη φυλακή. Όταν τον έκλεισαν σ’ αυτήν έλεγε: “Θεέ μου, ρίξε το βλέμμα σου σ’ εμένα και βοήθησέ με. Διότι από σένα περιμένω με υπομονή βοήθεια. Είσαι η ελπίδα μου… Εσένα θα υμνώ όσο θα υπάρχω…”.
Η απάντηση του Κυρίου ήρθε αμέσως με τη μορφή αγγέλου που του έβαλε στεφάνι στο κεφάλι και του είπε: “Ειρήνη σ’ εσένα, αθλητά του Χριστού. Έχε θάρρος και δύναμη. Αγωνίσου σαν γενναίος άντρας”.
6. Νέστορας και Λυαίος
Ένα από τα προσφιλή θεάματα κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας ήταν και αυτό της μονομαχίας. Ρωμαλέοι κατά κανόνα άντρες μονομαχούσαν –πολλές φορές μέχρι ο ένας να θανατωθεί από τον άλλο– στο κέντρο των σταδίων, ενώ ο φανατισμένος όχλος τους παρότρυνε με φωνές και αλαλαγμούς. Παρόμοιο βάρβαρο θέαμα πρόσφερε την περίοδο του Δημητρίου και ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός που βρισκόταν, όπως σημειώθηκε ήδη, στη Θεσσαλονίκη.
Ο αυτοκράτορας είχε μαζί του έναν Σκύθο γιγαντόσωμο και πολύ δυνατό, που λεγόταν Λυαίος. Τον είχε σε εύνοια, γιατί έτσι που μέχρι τότε ήταν ανίκητος τον έβγαζε ασπροπρόσωπο. Όμως ένα απρόσμενο γεγονός επρόκειτο να φέρει στον Μαξιμιανό μεγάλη απογοήτευση, λύπη και οργή. Και ποιο ήταν αυτό;
Νεαρός άντρας, που ανήκε στον κύκλο των μαθητών του φυλακισμένου πλέον Δημητρίου, ο Νέστορας, είχε ακούσει πολλές φορές να γίνεται λόγος για τον αλαζόνα και υπερήφανο Λυαίο. Έτσι όταν μια μέρα ο Λυαίος βρισκόταν στον κέντρο του κατάμεστου σταδίου της Θεσσαλονίκης και προκαλούσε σε μονομαχία όποιον τολμούσε, πήρε την απόφαση να ταπεινώσει τον βάρβαρο Σκύθη, όπως έκανε κάποτε και ο νεαρός Δαβίδ απέναντι στο Γολιάθ. Θυμήθηκε τον Δημήτριο και τα θαύματα που επιτελούνταν με την επίκληση του Θεού των χριστιανών. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να νικήσει τον Λυαίο, αν είχε την ευχή και ευλογία του διδασκάλου του Δημητρίου που ήταν και το πρότυπό του.
Έτρεξε λοιπόν κοντά του, στη φυλακή, έπεσε γονατιστός στα πόδια του και είπε: “Δούλε του Θεού, είμαι έτοιμος και πρόθυμος να μονομαχήσω με τον Λυαίο. Ενίσχυσε με τις ευχές σου και δώσε μου σύμμαχο το δυνατό σου χέρι”. Ο Δημήτριος έκανε το σημείο του Σταυρού στο πρόσωπο και την καρδιά του Νέστορα και του είπε: “Και τον Λυαίο θα νικήσεις, και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις”.
Ο Νέστορας έτρεξε στο στάδιο και αφού προχώρησε έφτασε και στάθηκε θαρρετά μπροστά στον αυτοκράτορα, που παρακολουθούσε με τους αξιωματούχους και τον όχλο τ’ αγωνίσματα και τις μονομαχίες. Του δήλωσε την απόφασή του να αντιμετωπίσει τον Λυαίο. Ο Μαξιμιανός θέλησε να τον αποτρέψει βλέποντας το νεαρό της ηλικίας και τη σωματική του ωραιότητα και μη γνωρίζοντας ότι είναι χριστιανός κι έχει την ευχή του Δημητρίου. Μάταια όμως, γιατί ο Νέστορας επέμενε. Έτσι έδωσε την άδεια να γίνει η μονομαχία.
Ο Νέστορας καθώς προχωρούσε προς τον Λυαίο επικαλούνταν την βοήθεια “του Θεού του Δημητρίου”, για να δοξαστεί το όνομά Του, να καταισχυνθούν οι διώκτες της νέας Πίστης και να τονωθούν οι χριστιανοί που καταδιώκονταν. Ο Λυαίος όταν τον είδε να πλησιάζει γέλασε ειρωνικά, γιατί δεν τον θεώρησε καν ως αντίπαλο. Ο Νέστορας όμως τον πλησίασε ήρεμα και “βγάζοντας τον ακινάκη (περσικό ξίφος πλατύ και μικρού μήκους) από τη θήκη του, πήδησε στο στίβο και παλεύοντας με το βάρβαρο Λυαίο του κάρφωσε την καρδιά”, όπως κατά λέξη αναφέρει ο Συμεών ο Μεταφραστής.
Το τι επακολούθησε δεν είναι ανάγκη να περιγραφεί. Οργισμένος με την αναπάντεχη εξέλιξη ο Μαξιμιανός επέστρεψε στα ανάκτορα. Δεν ήθελε να παραδεχτεί αυτό που συνέβη. Γι’ αυτό και απέδωσε τη νίκη του Νέστορα σε μάγια. Έστειλε λοιπόν και κάλεσε το γενναίο αθλητή. Τον ρώτησε: “Ποιες μαγείες χρησιμοποίησες και ποιοι σε βοήθησαν να νικήσεις τον Λυαίο;” Για να πάρει την γεμάτη παρρησία απάντηση: “Μαγείες, βασιλιά μου, δεν χρησιμοποιούνται από τους χριστιανούς. Και κανέναν άλλο δεν είχα συνεργό, παρά μόνο τον Θεό του Δημητρίου”.
Το ποτήρι ξεχείλισε για τον αυτοκράτορα στο άκουσμα των λόγων αυτών. Και με προσταγή του αποκεφαλίστηκε αμέσως ο γενναίος μάρτυς του Χριστού Νέστορας, από τον σωματοφύλακα του βασιλιά Μινουκιανό, ο οποίος μάλιστα χρησιμοποίησε τον “ακινάκη” (ξίφος) του ιδίου, αυτόν που κατέβαλε τον Λυαίο.
Έτσι ο Νέστορας ανέβηκε στους ουρανούς με τα αίματα του μαρτυρίου, για να λάβει το στεφάνι της διπλής του νίκης.
7. Η μαρτυρική τελείωση του Δημητρίου
Η αναστάτωση που δημιουργήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τον απρόσμενο θάνατο του Λυαίου καθώς και την οργή του Μαξιμιανού και τον αποκεφαλισμό του Νέστορα, όπως ήταν φυσικό έδωσε νέα αφορμή στους ειδωλολάτρες να εκτοξεύσουν καινούργιες διαβολές σε βάρος του φυλακισμένου Δημητρίου. Τον κατηγόρησαν μάλιστα στα ίσια, ότι εκείνος υπήρξε ο αίτιος της εξόντωσης του Λυαίου, πράγμα που επέτεινε τη σύγχυση και το θυμό του αυτοκράτορα.
Ο οποίος, στα πλαίσια του σκληρού διωγμού που είχε κηρύξει κατά των χριστιανών, δεν καθυστέρησε να δώσει αυστηρή εντολή για την θανάτωση του Δημητρίου με λογχισμούς στη φυλακή που ήταν δέσμιος. Οι στρατιώτες έσπευσαν να συμμορφωθούν αμέσως. Όταν τους είδε εκείνος να πλησιάζουν στο κελί του, κατάλαβε ότι επίκειται αυτό που περίμενε πως θα γίνει. Ελπίζοντας μάλιστα ότι θα λογχευθεί όπως και ο Κύριος του, σήκωσε ψηλά το χέρι του και πράγματι δέχτηκε στο πλευρό του απανωτά χτυπήματα με τις λόγχες και έτσι “ετελειώθη”, λαμβάνοντας το στεφάνι του μαρτυρίου, για να συγκατοικεί πλέον με το Χριστό που ποθούσε.
Το αγνό και τίμιο σώμα του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου, πορφυρωμένο από τα αίματα κειτόταν στο δάπεδο της φυλακής, μέχρι που κάποιοι από τους χριστιανούς – μετά από “υπόδειξη” του αγίου – πήγαν νύχτα, έλαβαν τη σορό του, τη νεκροστόλισαν και την έθαψαν στο σημείο του μαρτύρησε. Ο συναξαριστής του αναφέρει πως όταν οι στρατιώτες λόγχιζαν την πλευρά του Δημητρίου ένας υπηρέτης του, ο Λούπος, που βρισκόταν εκεί “έβαλε πάνω στην ιερή επωμίδα του αγίου, όσο από το μαρτυρικό αίμα μπόρεσε”, ενώ ράντισε μ’ αυτό και πήρε μαζί του το δαχτυλίδι του αγίου. Αργότερα, χάρη σ’ αυτά τα δύο, επιτελούσε πολλά και διάφορα θαύματα.
Οι εγκωμιαστές του χαρακτηρίζουν το μαρτύριο “χριστομίμητον” και το σώμα του “θεοειδέστατον και λαμπρότατον”. Στο δε σημείο της ταφής του επρόκειτο να να εγερθεί μεγαλοπρεπής ναός. Και ιδού πως έγινε τούτο.
8. Τα ιερά λείψανα και ο ναός του Μεγαλομάρτυρα
Τα θαύματα που γίνονταν στον τάφο όπου βρίσκονταν τα ιερά λείψανα ακούγονταν όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και σ’ όλη τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και ακόμα πιο μακριά. Δεν υπήρχε πλέον ο κίνδυνος της ειδωλολατρίας μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, από το Μέγα Κωνσταντίνο κι εξής (306-337).
Ο τότε έπαρχος του Ιλλυρικού Λεόντιος, σημαντικό πρόσωπο και πιστός χριστιανός, πηγαίνοντας στη Δακία, αρρώστησε στη Θεσσαλονίκη τόσο βαριά, που επιθυμούσε το θάνατο για να λυτρωθεί από τους πόνους. Όταν πια η θεραπεία του είχε αποκλειστεί από τους γιατρούς, ο Λεόντιος κατέφυγε στον Άγιο Δημήτριο, ελπίζοντας να ιαθεί. Τον πήγαν ξαπλωμένο στο κρεβάτι στον τόπο που ήταν ενταφιασμένος ο Άγιος. Και, ω του θαύματος! Μόλις εναποτέθηκε το κρεβάτι του στο σημείο εκείνο και ο Λεόντιος επικαλέστηκε τη μεσιτεία του μεγαλομάρτυρα, εξαφανίστηκε η βαριά αρρώστια του αμέσως. Αλλά και ο ίδιος έσπευσε να ανταποδώσει την ευεργεσία: Κατεδάφισε το μικρό ναό πάνω από τον τάφο του αγίου και οικοδόμησε μεγάλη εκκλησία προς τιμήν του Δημητρίου, που σωζόταν ακόμη στα χρόνια του Συμεών του Μεταφραστή ο οποίος κάνει λόγο γι’ αυτής (10ος αιώνας), αναφέροντας: “Ο ναός αυτός υπάρχει και σήμερα, χτισμένος περικαλλής. Και δεν υστερεί από κανέναν άλλο από εκείνους που προκαλούν το θαυμασμό και τέρπουν τα μάτια για το κάλλος ή το μέγεθός τους”.
Ο Λεόντιος φεύγοντας για το Σίρμιο (πόλη κοντά στη σημερινή Μητροβίτσα της Σερβίας), θέλησε να πάρει μαζί του τεμάχια ιερού λειψάνου του μεγαλομάρτυρα, για ν’ ανεγείρει κι εκεί ναό προς τιμή του. Ο άγιος όμως εμφανίστηκε στον ύπνο του και τον απέτρεψε από το να κάνει κάτι τέτοιο. Αργότερα αποπειράθηκαν να κάνουν το ίδιο οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός και Μαυρίκιος, εμποδίστηκαν όμως από τον Δημήτριο. Καθηγητής – ερευνητής πανεπιστημίου της Γερμανίας απέδειξε “ότι ουδείς διαμελισμός λειψάνων έλαβε χώραν εν Θεσσαλονίκη και αλλαxού κατά τους πρώτους αιώνας” (B. Kotting).
9. Θαυματουργός και Μυροβλήτης
Ο μεγαλομάρτυρας και αθλοφόρος Δημήτριος έγινε, πολύ σύντομα μετά το μαρτυρικό του τέλος, γνωστός ως Μυροβλήτης και Θαυματουργός. Διότι ο τάφος του μεταβλήθηκε σε πηγή, από την οποία ανέβλυζε ιαματικό και ευωδιαστό μύρο, με την επίκληση δε του ονόματος και των πρεσβειών του γίνονταν πάμπολλα θαύματα. Πολλοί από τους εγκωμιαστές του αγίου Δημητρίου κάνουν σαφέστατες αναφορές για τη ροή του μύρου, όπως οι: Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς, Ιωάννης Σταυράκιος, Πλωτινός Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερα ο Δημήτριος Χρυσολωράς που περιγράφει το γεγονός με λεπτομέρειες.
Τα σημαντικότερα από τα θαύματα αυτά έχουν περιληφθεί όπως ήδη σημειώσαμε, στα τρία βιβλία των θαυμάτων. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα πρώτα θαύματα επιτέλεσε ο υπηρέτης του Λούπος, χρησιμοποιώντας το ραντισμένο με το μαρτυρικό αίμα του αθλοφόρου δαχτυλίδι του.
Για την οικοδομή των αναγνωστών μας, αλλά κυρίως για να δοξαστεί το όνομα του Θεού, ο οποίος “τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν”, παραθέτουμε σύντομη επιλογή θαυμάτων του μεγαλομάρτυρα:
– Αναφέρθηκε ήδη η ίαση του Λεοντίου, επάρχου του Ιλλυρικού, που είχε ως άμεσο αποτέλεσμα και την ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού προς τιμήν του Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη. Ο ναός αυτός καταστράφηκε από πυρκαγιά στα χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου (610-641), αλλά γρήγορα αποκαταστάθηκε.
– Ένα από τα παλαιότερα, επίσης, θαύματα θεραπείας έγινε στον Μαριανό, άνδρα επιφανή, συγκλητικό και αργότερα ύπαρχο του Ιλλυρικού. Ο οποίος αφού δοκιμάστηκε πνευματικά από τον διάβολο με τους οκτώ λογισμούς – πειρασμούς της πονηρίας (γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, οργή, λύπη, ακηδία, κενοδοξία, υπερηφάνεια) και με την δύναμη του Χριστού τους κατανίκησε, στο τέλος ο διάβολος έστρεψε τον πόλεμο κατά του σώματος του Μαριανού: Έπαθε σωματική παράλυση. Κανένα μέλος του δεν μπορούσε να κινηθεί. Ακόμα και την τροφή έβαζαν στο στόμα του ξένα χέρια. Όταν οι καλύτεροι γιατροί του Ιλλυρικού δεν κατάφεραν να τον θεραπεύσουν, μετά από εμφάνιση του Αγίου στον ύπνο ενός αφοσιωμένου αυλικού, μεταφέρθηκε ο Μαριανός στο ναό του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου και μετά από θερμή προσευχή του κι ενώ εξαντλημένος αποκοιμήθηκε στο δάπεδο του ναού, είδε τον Άγιο να εμφανίζεται και να του λέει: “Ο Χριστός σε θεραπεύει, ο Θεός μας που ανορθώνει τους τσακισμένους” (Ψαλμ. 144, 14). Και το θαύμα έγινε! Ο Μαριανός σηκώθηκε όρθιος, υγιής και όχι μόνον οι παρόντες αλλά και όλοι οι Θεσσαλονικείς που έβλεπαν θεραπευμένο τον ύπαρχο τους “έδιναν δόξα στο Θεό”.
– Ένας άλλος, επίσης ευγενής στην καταγωγή αλλά και πιστός χριστιανός, διοικητής της στρατιάς του Ιλλυρικού, υπέφερε από ανυπόφορη γαστρορραγία. Όταν η επιστήμη είχε πει την τελευταία της λέξη, ο διοικητής αυτός ζήτησε να τον πάνε “στον οίκο του προστάτη της πόλεως” τους, εννοώντας το ναό του αγίου Δημητρίου. Πράγμα που φυσικά έγινε αμέσως. Είναι χαρακτηριστικό ένα σχετικό απόσπασμα που αναφέρει στο Α΄ βιβλίο των θαυμάτων ο Ιωάννης, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης: “Εκείνος που δεν μπόρεσαν καθόλου να ωφελήσουν ο πλούτος, η καταγωγή, τα βοηθήματα, η ιατρική, το πλήθος των φυλαχτών (γιατί ούτε αυτά παρέλειψαν οι συγγενείς του) αυτός τον έκανε υγιή και δυνατό σε ελάχιστο χρόνο, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά, ο μιμητής του Κυρίου του, ο πράγματι σωζοπολίτης και υπερένδοξος αθλοφόρος του Χριστού, Δημήτριος”.
– Κάποτε χτύπησε τη Θεσσαλονίκη και τις γύρω περιοχές μια φοβερή αρρώστια, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν νήπια, παιδιά και ώριμοι άντρες, ενώ “εξαιρούνταν οι πιασμένοι από βαθιά γεράματα”! γιατί σκοπός της μάστιγας αυτής ήταν να μετανοήσουν οι άνθρωποι που είχαν ξεφύγει από το δρόμο του Θεού. Έτσι, όταν οι χριστιανοί κατέφυγαν στους ναούς και κυρίως του αγίου Δημητρίου, φάνηκε και το μέγεθος της φιλανθρωπίας του Θεού και η μεσιτεία του μεγαλομάρτυρα: Όσους επισκεπτόταν ο άγιος τη νύχτα, το πρωί γίνονταν καλά, όσους ξεπερνούσε κατά τις επισκέψεις του στον ύπνο τους. ή έφευγαν αμέσως από τη ζωή ή μετά από πολύ καιρό, πάλι μετά από ευσπλαχνία του Αγίου, ενώ κανένας απ’ τους πιστούς που είχαν καταφύγει στο ναό του δεν κόλλησε την αρρώστια. (Ο Ιωάννης, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, που εξιστορεί το θαύμα, απαντά με πειστικό τρόπο στο ερώτημα των συγχρόνων του: “Πως μας πείθεις ότι αυτά τα έκανε ο υπερένδοξος Δημήτριος;”. Ο χώρος δεν επιτρέπει την ανάπτυξή του).
Ο ίδιος αρχιεπίσκοπος περιγράφει λεπτομερώς:
– Τη θεραπεία ενός δαιμονισμένου, που είχε γίνει “νεωστί” (πρόσφατα).
– Την με θαυματουργικό τρόπο παρακώλυση για να μη σταλεί τεμάχιο λειψάνου του Αγίου στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582-610) που το είχε ζητήσει ως βοήθεια του στον πόλεμο.
– Την παρακώληση του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευσέβιου (περίπου το 590-610) από την εκτέλεση της απόφασης του να λιώσει τον ασημένιο αρχιερατικό θρόνο ώστε με το υλικό του να φιλοτεχνηθεί το κιβώτιο του μεγαλομάρτυρα. Την ποσότητα του ασημιού πρόσφερε – μετά από υπόδειξη του Αγίου – ένας χριστιανός με τ’ όνομα Μηνάς.
– Την τιμωρία του νεωκόρου Ονησιφόρου – για σωφρονισμό – επειδή έσβηνε γρήγορα τα μεγάλα κεριά που άναβαν στο κιβώριο του Αγίου οι χριστιανοί, νομίζοντας ότι έκανε οικονομία για λογαριασμό του ναού. Ο μεγαλομάρτυρας εμφανίστηκε στον ύπνο του, του υπέδειξε ότι αυτό που κάνει δεν του αρέσει, διότι “το κερί που προσφέρεται όσο καίει τόσο υποκινεί τους Αγίους να πρεσβεύουν για τον χριστιανό που το άναψε”, κι όταν ο Ονησιφόρος αποπειράθηκε να επαναλάβει την πράξη του, ο Δημήτριος του φώναξε τόσο δυνατά “πάλι τα ίδια;” που ο νεωκόρος πετάχτηκε έξω από τις θύρες του κιβωρίου άπνοος και άφωνος, σα νεκρός, μέχρι που συνήλθε μετανοημένος.
– Τη σωτηρία της Θεσσαλονίκης από μεγάλη πείνα που έπεσε στους κατοίκους της μετά την αποτυχημένη πολιορκία της πόλης από τους Αβαροσλάβους το έτος 597. Ο άγιος Δημήτριος εμφανίστηκε σε κάποιον πλοιοκτήτη που λεγόταν Στέφανος κι ήταν έτοιμος να οδηγήσει το φορτωμένο με σιτάρι μεγάλο πλοίο του από τη Χίο στην Κωνσταντινούπολη. Τον έπεισε να πλεύσει στη Θεσσαλονίκη για να σωθούν οι κάτοικοι της που λιμοκτονούσαν. Πράγμα του έγινε! Γύρω στο έτος 610 έσωσε και πάλι με θαυμαστή παρέμβαση του την πόλη του από νέα πείνα που τη μάστιζε, πείθοντας πολλούς καραβοκύρηδες να καταπλεύσουν στο λιμάνι της με ποικιλία εμπορευμάτων και τροφίμων, ενώ άλλος ήταν αρχικά ο προορισμός τους.
– Τη διάσωση από αρπαγές του ναού του Αγίου, όταν λόγω εμπρησμού του κιβωρίου την ημέρα της πανήγυρης του (26 Οκτωβρίου) ο μεγαλομάρτυρας απέτρεψε το ανοσιούργημα τούτο και με όργανό του τον διευθυντή της στρατιάς των υπάρχων του Ιλλυρικού, έστειλε όλους τους νέους και άντρες στα τείχη της πόλης για ν’ αποκρούσουν του Σκλαβηνούς που χωρίς να το ήξερε ο ύπαρχος ερχόταν για να επιτεθούν κατά της Θεσσαλονίκης.
– Άλλες μαρτυρημένες θαυματουργικές επεμβάσεις του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου είναι η θεραπεία ενός Θεσσαλονικέα που μεταβαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη αρρώστησε και έχασε το φως του, καθώς και άλλου τυφλού από την Αδριανούπολη, οι οποίοι ανέβλεψαν. Η προστασία Ιταλών προσκυνητών (στις αρχές του 10ου αιώνα) από τους Σαρακηνούς που είχαν αλώσει τη Θεσσαλονίκη. Η θεραπεία ενός πολύ βαριά αρρώστου, που κείτονταν παράλυτος.
Η εμφάνιση του σε γεωργό του χωριού Δρακοντία της Καππαδοκίας και η αποκάλυψη ότι στο σημείο που ετοιμαζόταν να φτιάξει αλώνι υπήρχε παλαιότερα ναός του, πράγμα που επιβεβαιώθηκε όταν οι χριστιανοί του χωριού έσκαψαν και βρήκαν τα θεμέλια του.
10. Πολιούχος της Θεσσαλονίκης
Ιδιαίτερη τιμή απονέμεται στο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο ως πολιούχο της Θεσσαλονίκης. Ιδιότητα που στο διάβα των αιώνων επιβεβαιώθηκε από πολλές σωτήριες επεμβάσεις του. Δίκαια λοιπόν οι υμνογράφοι, εγκωμιαστές και βιογράφοι – συναξαριστές τον χαρακτηρίζουν “αρχέτυπον αρετής και φιλοπατρίας”, “σωσίπατριν”, “υπέρμαχον”, “φιλλόπολιν”, “πάτρωνα και σωτήρα της πόλεως”.
Πολλοί και αρκετές φορές τον είδαν πάνω στα κάστρα ως απλό στρατιώτη ή ως καβαλάρη να πολεμά τους εχθρούς, ή να περπατά πάνω στα κύματα και να καταποντίζει τα καράβια των αντιπάλων, σώζοντας την πόλη.
Το έτος 597 η Θεσσαλονίκη πολιορκήθηκε από τους Σλάβους, με την συνεργία των Σκλαβηνών, με τόσο πολύ στρατό που ήταν ο μεγαλύτερος που εμφανίστηκε ποτέ στην πόλη. Ήδη όπου στρατοπέδευαν αφάνιζαν πηγές, καλλιέργειες, ανθρώπους και το βιος τους. Χαράματα της 23ης Σεπτεμβρίου έκαναν την πρώτη επίθεση τους στα τείχη. Τότε λοιπόν εμφανίστηκε “όχι πλέον με νοερή επισκίαση αλλά με οφθαλμοφανή ενέργεια σε σχήμα οπλίτη επάνω στο τείχος” ο άγιος Δημήτριος. Και χτύπησε με τη λόγχη του τον πρώτο βάρβαρο επιδρομέα, ο οποίος είχε ήδη σκαρφαλώσει με ειδική σκάλα ως επάνω στην έπαλξη. Πέφτοντας αυτός συμπαρέσυρε και όσους τον ακολουθούσαν στην ίδια σκάλα. Οι βάρβαροι που είδαν το γεγονός καταλήφθηκαν από δειλία και απομακρύνθηκαν από το τείχος. Στο μεταξύ όμως όλοι οι στρατιώτες και φρουροί της πόλης έσπευσαν στις επάλξεις τους γιατί ως τότε δεν ήξεραν ότι ο εχθρός είχε φτάσει στη Θεσσαλονίκη, επειδή – κατά τις πληροφορίες – τον περίμεναν 3-4 ημέρες αργότερα.
Μπροστά στο μέγα πλήθος των βαρβάρων πολιορκητών οι σχετικά λίγοι φρουροί και υπερασπιστές της πόλης, καθώς και ο λαός, έχασαν το θάρρος τους και την ελπίδα ότι μπορούν να σωθούν. Τότε λοιπόν ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευσέβιος απεκάλυψε μια οπτασία που είχε δει στον ύπνο του οκτώ ή δέκα μέρες νωρίτερα από την πολιορκία. Ήταν λέει, στο θέατρο – απορούσε κι ο ίδιος πως βρέθηκε σε τόπο ακατάλληλο για την ιδιότητα του – όταν εμφανίστηκε μπροστά του ένας τραγωδός, που του είπε· “μείνε εδώ, γιατί έχω να εκτραγωδήσω εσένα και τη θυγατέρα σου”. Ο Ευσέβιος του είπε· “μη κάνεις τον κόπο, διότι ούτε εγώ ούτε θυγατέρα έχω, ούτε για μένα έχεις να ετραγωδήσεις τίποτα”. Ο τραγωδός επέμενε· “και θυγατέρα έχεις, και μάλιστα πολύτεκνη, και μαζί μ’ αυτήν πρέπει κι εσένα να εκτραγωδήσω”.
Τότε ο αρχιεπίσκοπος κατάλαβε ότι ως θυγατέρα του εννοούσε τη Θεσσαλονίκη. Και φωνάζοντας δυνατά είπε στον τραγωδό: “για το Θεό, να μην εκτραγωδήσεις ούτε εμένα, ούτε τη θυγατέρα μου που λες”. Ο τραγωδός επέμενε, το ίδιο και ο Ευσέβιος, ώσπου ξαφνικά ο πρώτος εξαφανίστηκε από τη σκηνή. Όταν ξύπνησε, συνειδητοποίησε ότι το όνειρο ήταν μια προειδοποίηση για επερχόμενο μεγάλο κακό. Έτσι λοιπόν παρακαλούσε τον Θεό ν’ απομακρύνει τη συμφορά. Όταν μάλιστα πολιορκήθηκε η πόλη από τόσους βαρβάρους κατάλαβε ότι αυτό ήθελε να εκτραγωδήσει ο ηθοποιός.
Ο πολιούχος όμως Δημήτριος έκανε το θαύμα του. Συμπαρέταξε στα τείχη και τα κάστρα αμέτρητο πλήθος άγνωστων αντρών “που κανένας πολίτης δεν είχε δει ποτέ”. Ήταν φανερό ότι δεν επρόκειτο για τίποτα άλλο παρά για την θαυμαστή επέμβαση του, που ενίσχυσε το φρόνημα των Θεσσαλονικέων και έσπειρε το φόβο στους αντιπάλους. Το ίδιο έκανε και την όγδοη ημέρα της πολιορκίας, όταν – κατά την ομολογία στρατιωτών του εχθρού – επιτέθηκε στο στρατόπεδο τους και τους διασκόρπισε: “Ως αρχηγό του στρατού, είπαν εκείνοι, είδαμε έναν άντρα ξανθό και λαμπρό, καβάλα σ’ ένα άλογο. Φορούσε λευκό ιμάτιο”. Ήταν ο άγιος Δημήτριος. Η πόλη σώθηκε.
Με την πολιορκία αυτή συνδέεται και το θαυμαστό γεγονός της οπτασίας των αγγέλων που συνέβη την τρίτη μέρα της πολιορκίας και περιγράφεται λεπτομερώς στο 15ο κεφάλαιο των θαυμάτων του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ιωάννου.
Το έτος 615, στα χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου, μετά από πολλές άλλες επιτυχίες τους οι Σκλαβηνοί πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη. Με θαυματουργική πάλι επέμβαση του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου αποκρούστηκε και η θεοφρούρητη πόλη διασώθηκε. Δύο χρόνια αγρότερα έκανε επιδρομή εναντίον της και ο χαγάνος, αρχηγός των Αβάρων. Κι αυτός αποκρούστηκε και σώθηκε η Θεσσαλονίκη με την επέμβαση και πάλι του Δημητρίου.
Αφού σώθηκε η πόλη από τους δύο αυτούς εχθρούς, επλήγη από μεγάλους σεισμούς που ναι μεν σώριασαν σε ερείπια πολλές κατοικίες και άλλα δημόσια κτίρια, όμως κανένας από τους κατοίκους της δεν έχασε τη ζωή του. Γεγονός που όλοι το απέδωσαν στον πολιούχο τους άγιο.
Παραλείποντας, από έλλειψη χώρου, την αναφορά και άλλων θαυμάτων που αφορούν στη σωτηρία της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας,επισημαίνουμε ότι:
– Στης 26 Οκτωβρίου του 1912 (εορτή του αγίου) απελευθερώθηκε η πόλη από τον οθωμανικό ζυγό.
– Στις 26 Οκτωβρίου του 1944 έφυγαν από τη Θεσσαλονίκη οι τελευταίοι Γερμανοί στρατιώτες (λήξη της κατοχής της).
– Στις 20 Ιουνίου του 1987, ημέρα του μεγάλου σεισμού στην πόλη και την περιοχή, εντοπίστηκαν στην Ιταλία τα ιερά λείψανα του μεγαλομάρτυρα (που είχαν λαφυραγωγήσει οι Σταυροφόροι) και στις 25 Οκτωβρίου του 1978 ανακομίστηκαν με τιμή και ευλάβεια και εναποτέθηκαν στον μεγαλοπρεπή ναό του, το καύχημα της πόλης και της Μακεδονίας.
11. Η εικονογράφηση του Αγίου
Πάμπολλες είναι οι απεικονίσεις που αφιερώνονται στον Μεγαλομάρτυρα και Μυροβλήτη άγιο Δημήτριο σε χειρόγραφους κώδικες, σε φορητές εικόνες και σε τοιχογραφίες. Απεικονίζουν τον ίδιο, ή σκηνές από το βίο και το μαρτύριο του και θαύματα θεραπείας, ή σωτηρίας της Θεσσαλονίκης: Ενώπιον του Μαξιαμιανού, στη φυλακή, ευλογώντας το Νέστωρα, δρακοντοκτόνος, ενώ λογχίζεται, η κοίμησή του κλπ. Ιδιαίτερα αγαπητής στους αγιογράφους είναι η απεικόνιση του Μαρτυρίου του, διότι αυτό σχετίζεται και με το ιαματικό μύρο, πράγμα που τονίζεται πολύ και στην υμνολογία της εορτής. Επίσης η παράστασή του ως στρατιωτικού αγίου, πεζού ή καβαλάρη με πλήρη πολεμική εξάρτυση, Η εικόνα του ως έφιππου “αγαπήθηκε περισσότερο, γιατί ενσαρκώνει τα ελληνικά ιδεώδη της παλικαριάς και της λεβεντιάς”, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε.
Σε μερικές εικόνες ζωγραφίζονται μαζί με τον άγιο Γεώργιο, ως μάρτυρες, ντυμένοι με πλούσιες πλουμιστές φορεσιές.
Σε όλες τις απεικονίσεις του “η έκφραση του προσώπου αποπνέει ευγένεια και ψυχική καλλιέργεια. Το στοχαστικό του βλέμμα κοιτάζει πέρα από τον κόσμο αυτό, βυθισμένο στους ουράνιους ορίζοντες. Ο φωτοστέφανος που περιβάλλει το κεφάλι του είναι σύμβολο του ανέσπερου και άδυτου φωτός, στο οποίο τέρπεται ο άγιος”.
Οι χριστιανοί που τόσο πολύ ευλαβούνται τον ιερή μνήμη του και τιμούν το γενναίο μαρτύριο του με ναούς, παρεκκλήσια, εξωκκλήσια και προσκυνητάρια, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ΄ όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες, δεν θα πάψουν ποτέ να τον ικετεύουν.
“Φύλαττε τους δούλους σου αθλητά, μάρτυς μυροβλύτα τους τιμώντάς σε ευσεβώς, και ρύσαι κινδύνων και πάσης άλλης βλάβης, Δημήτριε τρισμάκαρ ταις ικεσίαις σου”. (Μεγαλυνάριον).
On Sunday, October 26, 2025, His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden and All Scandinavia celebrated the Divine Liturgy at the Cathedral of Saint George in Stockholm, assisted by the Cathedral’s Pastor, the Very Reverend Archimandrite Bartholomew Iatridis.
Following the dismissal of the Divine Liturgy, a Doxology (Thanksgiving) Service was held, attended by Her Excellency Mrs. Aikaterini Fontoulaki, Ambassador of Greece to Sweden; the Presidents of the two Greek Schools of Stockholm, the Honorable Mr. Petros Anastasiadis and Mr. Fotis Panitsas; a large number of children; and a devout and enthusiastic congregation.
At the conclusion of the Doxology, Her Excellency the Ambassador read the message of the Deputy Minister of Foreign Affairs of Greece, responsible for Greeks Abroad, His Excellency Mr. Ioannis Michail Loverdos.
Metropolitan Cleopas then delivered an address appropriate to the occasion, speaking about the multiple meanings of the day and of the National Holiday. He congratulated those present, and particularly the children, who through their participation and traditional costumes conveyed the spirit and message of the double celebration. He offered special thanks to Mrs. Alexandra Zorpidou, who consistently takes care of the traditional attire of both young and old, as well as to the Lyceum of Greek Women of Stockholm.
His Eminence stated the following in his homily:
“Your Excellency Ambassador of Greece Ms. Fountoulaki, Very Reverend Father Bartholomeos, Honored Chanters, Dearly beloved Brothers and Sisters in Christ, Our beloved children,
Today’s Gospel reading presents the moving account of the healing of the demon-possessed man of Gadarens. Christ meets a man tormented and broken, who had lost both reason and peace. He lived in isolation among the tombs, without communion with others.
Yet in the midst of his despair, Christ approaches him with love. With a single word, He casts out the demons, and the man stands forth ‘clothed and in his right mind.’
This miracle reveals the profound theology of freedom, that Christ came into the world to liberate the human person not only from physical slavery, but above all from spiritual captivity.
The greatest bondage is not only external oppression, but the enslavement of the soul to passions, fear, and hopelessness.
The delivered man wishes to follow Christ, but the Lord tells him: ‘Return to your home and proclaim all that God has done for you.’ Preach salvation through your life itself. Thus, he becomes a newly-called disciple — a new missionary!
Within this message of spiritual freedom, our Holy Church also celebrates today the Anniversary of October 28, 1940. Then too, our nation confronted the most ruthless form of bondage — dark and inhuman.
The powers of that age sought to enslave a small country, to strip away its freedom, dignity, and soul. Yet just as Christ dispelled the darkness from the Gadarene, so too He illumined the heart of the Greek people, and the sacred word ‘NO’ (‘OXI’) resounded: the ‘NO’ of faith and freedom.
With a prayer on their lips, the Cross on their chest, and the flag in their hands, the Greeks stood upright in the face of the threat of darkness. They fashioned immortality out of sacrifice, ignoring the reckless, the cynical and the toxic, as well as the opportunists of their time. Faith in Christ preserved the nation’s freedom.
Today, many still suffer slavery — not with chains, but with addictions, sins, fears, and despair. Our age has many ‘Gadarenes’ — people without peace, without direction, without God.
Yet, every time a Greek struggles for what is just, stands with dignity amid trials, because that flame lives again.
In every field, Greeks continue to write history: In diplomacy and the arts, in culture and education, in scientific research and in athletics.
From Olympic stadiums to laboratories, the Greek spirit shines — in the leaps of Miltos Tentoglou, in the gold medal of Myriokephalitaki, in Paralympic champion Nasos Gavelas, in the world-champion Alexandris sisters, in Stefanos Douskos and Manolos Karalis, in Milena Kontou & Valia Lykomitrou, in Maria-Louiza Gika, and in Yiannis Poubouridis, European boxing champion; in the National Basketball Team with its Eurobasket bronze medal; in the scientists of Aristotle University of Thessaloniki who created the world’s fastest AI processor; and in the two 17-year-old Greek girls crowned champions in the Microsoft World Informatics Competition, Eleni Karakasidou and Argyro Petsa.
And for all who struggle passionately on the track of life, the Greek ideal of ‘noble striving’ lives and inspires.
Times may change, but one truth remains: Greece has never ceased to inspire. Small in size, yet immeasurable in the power of her soul.
Please allow me to conclude with the timely words spoken in this very Cathedral by His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew, on August 21, 1993:
“When you left your ancestral homeland and journeyed to foreign lands, you crossed the borders of Greece — but you did not cross the borders of Hellenism nor of Orthodoxy. The Greek State has borders. Hellenism does not, just as culture and freedom have no borders. And Orthodoxy has no borders, just as love and truth have no borders. For this reason, although you may be far from Greece, you nevertheless continue to be a living part of Hellenism and of Orthodoxy, under the Ecumenical care of the centuries-old sacred institution of the Ecumenical Patriarchate.
Those Greek emigrants of antiquity were the first to spread Greek civilization far beyond metropolitan Greece. Later, through the conquests of Alexander the Great, this civilization was extended deep into the East, as far as the heart of Asia, and southward into the lands of Africa.
Rome also came to conquer Greece; yet, in the end, it was conquered by Greek civilization and became the vehicle for its spread to the lands of Western Europe. In this way, Greek civilization became universal, and the Greek language became the global means of communication among peoples.
Upon these foundations the modern European civilization was built. And for this reason, we see that most of the fundamental concepts of contemporary culture are expressed in European languages with Greek words, such as theology, philosophy, poetry, politics, economy, physics, mathematics.
Even the Swedish word for church, ‘Kyrka,’ derives from the Greek ‘Kyriakon,’ meaning ‘the House of the Lord.’
And even the two opposing concepts that dominate modern reality at the end of the twentieth century are expressed with Greek words: ‘technology’ and ‘ecology.’
Rejoice in the Lord, and ‘if it is possible, as far as it depends on you, live in peace with all people’ (Romans 12:18): live in peace with your fellow Greeks, live in peace with the other Orthodox and Christians in this Land, live in peace with all. And may our Patriarchal blessing and the grace of our Savior Jesus Christ be with you all, brethren and children.”
(Vasileios Th. Stavridis, Professor of the Holy Theological School of Halki, “The Patriarch in Sweden (August 20-24, 1993), History of the Church of Sweden, Ecumenical Patriarchate – Church of Sweden, Holy Metropolis of Sweden,” Epektasis Publications, pp. 59–65.)
Today, therefore, as we honor October 28th, the Holy Protection of the Theotokos, and Saint Demetrios the Myrrh-Bearer, let us bow our heads with reverence to the memory of those who sacrificed themselves — and let us look forward to a future that calls us to prove ourselves worthy of them.
Let us say our own ‘NO’ in our own time: No to indifference, No to violence, No to injustice. And let us say our own ‘YES’: Yes to knowledge, Yes to creativity, Yes to humanity.
For Hellenism is not only a history we read — it is a flame we carry in our hands.
Long live October 28th!
Long live our Nation!
Long live our Greek Diaspora in Scandinavia!
Congratulations to our children in their traditional costumes! May they always be blessed!”
After the service, the dignitaries and many parishioners gathered in the Cathedral’s adjoining Fellowship Hall, where coffee and refreshments were offered by the Cathedral’s Philoptochos Ladies Society.
During the fellowship hour, a conversation took place between His Eminence Metropolitan Cleopas and the Presidents of the two Greek Schools of Stockholm. His Eminence announced that within the week he would formally invite them to attend an upcoming Sunday Divine Liturgy, to address the congregation and present the history and work of their schools; thus expressing the unwavering support of our local Church for the Greek-educated youth of our Omogeneia/Greek Community at large, in Scandinavia, and our shared commitment to the preservation and promotion of our Greek-Orthodox heritage, culture and history.
Today, with reverence and great joy, we celebrate St. Demetrios of Thessaloniki, the glorious martyr and myrrh-streamer, whose steadfast faith continues to shine as a beacon of hope for the entire Church.
St. Demetrios was still a young man when he confessed Christ before the rulers of this world. His youth was not an obstacle but a strength — a heart aflame with pure devotion, unburdened by fear, focused on the Kingdom of God with the clarity that the Gospel brings.
The Church therefore honors him as a special guardian and protector of young people. Through his life we see that holiness is not the achievement of old age alone; sanctity applies to all age groups.
He could have chosen personal comfort, pursued worldly honor, or remained silent in order to save himself. But instead, he used his gifts and position to lift others up, to encourage the righteous, and to proclaim the truth even when it placed him in danger. He inspired the youth of Thessaloniki then — and continues to inspire young people today — to serve others, to protect those who are vulnerable, and to radiate Christ’s love in a world often filled with confusion and hardship.
His sacrifice — pierced by spears for the sake of the Gospel — reveals a vision not limited by earthly life, but filled with eternal purpose. More than seventeen centuries have passed since his martyrdom, yet his memory is alive because true love never fades, and true faith never dies.
His holy myrrh, which has flowed from his relics through the ages, reminds us that God glorifies those whose hearts are steadfast in love.
St. John Chrysostom calls the martyrs “friends of Christ,” who follow Him faithfully even unto death.
St. Basil the Great teaches us that the martyrs “prefer virtue to life and death to sin,” a truth we see embodied in St. Demetrios.
St. Gregory Palamas praises him as “the mighty defender of Thessaloniki and an unshakable tower for the faithful.”
Young and old alike — let us look to St. Demetrios and allow his example to give shape and direction to our own calling: to be courageous in faith, committed to service, filled with compassion, and unashamed to proclaim Christ in our lives.
May the youth of our parish especially find in him a true friend and heavenly protector — someone who understands their struggles and calls them to greatness, rooted in Christ’s love.
As we honor St. Demetrios today, we also express heartfelt gratitude to our beloved pastor, the Rev. Oikonomos Fr. George Arvanitidis, who guides this flock with faithfulness, and genuine love. Father, we thank you for your dedicated ministry to Christ’s Holy Church and for nurturing our spiritual growth. May the Lord grant you many blessed years and continue to strengthen you in every good work.
To the faithful of this parish and to those who have traveled from other cities and Oslo, to share in this celebration, your presence is a treasured gift. Thank you for honoring St. Demetrios and for uniting your prayers with ours as one family of Christ across distances and nations. Amen!
Stockholm, Sweden — October 23, 2025. On Thursday evening, His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden and All Scandinavia hosted the third meeting of the Catechumens of the Holy Metropolis of Sweden at the Cathedral of St. George in Stockholm (Birger Jarlsgatan 92, 11420 Stockholm).
His Eminence once again served as the keynote speaker and delivered his remarks in English, reflecting the diverse backgrounds of the Catechumens who are preparing to join the Orthodox Church from various countries.
The topic of the session was “The Missionary Work of the Church Throughout the World.” Due to the high level of engagement and the large number of questions submitted by participants, His Eminence presented only the introductory part of his address.
A total of 48 people attended in person, while more than 20 others participated online from countries throughout the Metropolis’ jurisdiction. His Eminence offered clear and thoughtful responses to all questions raised.
At the conclusion of the meeting, refreshments were offered in honor of the young volunteers who serve the local Church in various ministries.
The next Catechumens’ meeting will take place on Thursday, November 6, 2025, at 6:00 p.m. at the St. George Cathedral. The subject will again focus on Missionary Work, and His Eminence will present his full lecture at that time.
Those outside Stockholm are invited to attend virtually via the following link:
We announce to the faithful of the Mother Church of Constantinople in Scandinavia that on Saturday, November 8, 2025, a Hierarchical Divine Liturgy will be celebrated by His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden and All Scandinavia at the Chapel within the Hermitage in Rättvik, Sweden, dedicated to our Father among the Saints, Nicholas, Archbishop of Myra in Lycia, the Wonderworker.
During the Divine Liturgy, a memorial service will also be held for the late Archimandrite Eusebios Vittis, the founder of the Hermitage, marking sixteen years since his repose.
The Hierarchical Divine Liturgy will begin on Saturday, November 8, 2025, at 10:30 a.m.
All devout Christians and the spiritual children of Father Eusebios are invited to participate in the Divine Liturgy and memorial service, with the assurance that the soul of the blessed Father Eusebios rejoices in the heavens. May we have his blessing!
It is joyfully announced to the faithful of the Holy Metropolis of Sweden that on Saturday, October 25, 2025, at 10:00 a.m., a Hierarchical Divine Liturgy will be celebrated at the festal Parish of Saints Demetrios and Nestor in the city of Örebro, Sweden (Gode Herdens Kapell, Björkrisvägen 17, 70234 Örebro, Brickebackens Centrum), officiated by His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden and All Scandinavia.
The devout Christians are invited to attend the Divine Liturgy and receive the blessing of Saint Demetrios the Great Martyr and Myrrh-Streamer.
Högmässa i den firande kyrkan tillägnad de heliga Demetrios och Nestor i Örebro
Det meddelas med glädje till församlingen i det Heliga Metropolitdömet av Sverige att på lördagen den 25 oktober 2025 kl. 10.00 kommer en ärkebiskoplig gudstjänst att hållas i den firande kyrkan de heliga Demetrios och Nestor i Örebro (Gode Herdens Kapell, Björkrisvägen 17, 70234 Örebro, Brickebackens Centrum), ledd av Hans Eminens Metropoliten Cleopas av Sverige och hela Skandinavien.
De troende kristna inbjuds hjärtligt att delta i den gudomliga liturgin och att ta emot välsignelsen från den helige store martyren Demetrios Myrdoftande.