Metropolis

Ό,τι αρχίζει στην Φάτνη, ολοκληρώνεται στον Τάφο και ανατρέπεται στην Ανάσταση

Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα

Η Γέννησις του Χριστού ως προτύπωσις της Ταφής και της Αναστάσεώς Του στην Πατερική και Λειτουργική Παράδοση

Το Μυστήριον της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού δεν αποτελεί ένα απομονωμένο γεγονός μέσα στην ιστορία της Θείας Οικονομίας. Η Γέννησις του Χριστού συνδέεται αδιάσπαστα με το Πάθος, την Ταφή και την Ανάστασή Του. Όλα συνιστούν μία ενιαία πορεία σωτηρίας, ένα αδιάσπαστο μυστήριο αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο.

Η Γέννησις του Χριστού δεν αποτελεί απλώς την αρχή της επίγειας παρουσίας Του, αλλά ήδη την απαρχή της εκούσιας πορείας Του προς τον θάνατο και τη νίκη κατά του θανάτου, γι’ αυτό και η Ορθόδοξος εικονογραφία, η Πατερική θεολογία και, κυρίως, η υμνογραφία της Εκκλησίας βλέπουν στην Φάτνη την σκιά του Τάφου και στην Γέννηση την προαναγγελία της Αναστάσεως.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, με την θεολογική τους διορατικότητα, αναδεικνύουν αυτή την εσωτερική ενότητα, όχι μόνο σε δογματικό, αλλά και σε εικονογραφικό επίπεδο.

Η εικονογραφία της Γεννήσεως δεν είναι απλώς μια γλυκύτατη αναπαράσταση ενός βρέφους σε φάτνη· είναι βαθύτατα σταυροαναστάσιμη. Η εικόνα της Γεννήσεως προαναγγέλλει ήδη την Ταφή και την Ανάσταση του Χριστού.

Τόσο στην Γέννηση, όσο και στην Ανάσταση, κυρίαρχη είναι η παρουσία των αγγέλων. Στη νύχτα της Γεννήσεως, οι άγγελοι δοξολογούν τον Θεό και αναγγέλλουν την είσοδό Του στην ιστορία. «Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει… Ἄγγελοι μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι» (Κοντάκιον Χριστουγέννων, ήχος γ΄).

«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη», ψάλλει η Εκκλησία στον Όρθρο των Χριστουγέννων, ενώ το Δοξαστικό των Αίνων προσθέτει: «Σήμερον ἡ Βηθλεὲμ δέχεται τὸν καθήμενον ἐπὶ Χερουβίμ».

Η ίδια παρουσία αγγέλων επαναλαμβάνεται στον Τάφο. Εκεί, οι άγγελοι δεν υμνούν πλέον την Γέννηση, αλλά κηρύττουν τη νίκη επί του θανάτου, όταν λέγουν: «Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν;»

Οι άγγελοι λειτουργούν ως εκ Θεού μάρτυρες των καθοριστικών στιγμών της σωτηρίας, όταν ο Θεός εισέρχεται στον κόσμο κι όταν ο θάνατος καταλύεται εκ των έσω.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι οι άγγελοι εμφανίζονται «ὅπου ὁ Θεὸς καινουργεῖ τὴν φύσιν» (Εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία Β΄), δηλαδή, όταν ο Θεός εισέρχεται στον κόσμο κι όταν ο κόσμος εξέρχεται από την φθορά. Δεν πρόκειται για δύο διαφορετικά γεγονότα, αλλά για το ίδιο σωτηριολογικό έργο.

Ιδιαίτερη θεολογική βαρύτητα αποδίδουν οι Πατέρες της Εκκλησίας στα σπάργανα του Θείου Βρέφους. Ο Λόγος του Θεού καταδέχεται να γεννηθεί μέσα σε μια φάτνη. Ο Χριστός γεννάται «ἐσπαργανωμένος» και τοποθετείται σε φάτνη· κατά την Ταφή, τυλίγεται με σινδόνι και τίθεται σε μνήμα.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος εκφράζει με συγκλονιστικό τρόπο αυτή την αλήθεια: «Σπαργανῶται ὁ Λόγος, ἵνα λύσῃ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας» (Λόγος ΛΗ΄, Εἰς τὰ Θεοφάνεια). Οι Πατέρες βλέπουν στα σπάργανα την προτύπωση των ταφικών οθονίων.

Η Εκκλησία ψάλλει: «Ὁ ἀχώρητος παντί, πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρὶ; ὁ ἐν κόλποις τοῦ Πατρός, πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς Μητρός; πάντως ὡς οἶδεν ὡς ἠθέλησε καὶ ὡς ηὐδόκησεν». (Κανών Χριστουγέννων, Ὠδή Θ΄)

Αυτή η απορία βρίσκει την απάντησή της στην Μεγάλη Παρασκευή, όταν η Εκκλησία αντικρίζει τον Χριστό, τυλιγμένο όχι πλέον με σπάργανα, αλλά με σινδόνι: «Ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας, ἐν σινδόνι καθορᾶται περιειλημμένος» (Δοξαστικό Αποστίχων Εσπερινού Μεγάλης Παρασκευής).

Τα σπάργανα της Γεννήσεως και το σινδόνι της Ταφής αποτελούν δύο στοιχεία της ίδιας Κενώσεως. Ο Θεός αποδέχεται τον περιορισμό, για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά του θανάτου.

Στην Γέννηση, το φως φωτίζει το σπήλαιο της Βηθλεέμ, έναν τόπο σκοτεινό και ταπεινό. Ο λαός «ὁ καθήμενος ἐν σκότει» είδε «φῶς μέγα». Στην Ανάσταση, το ίδιο φως λάμπει από τον Τάφο, διαλύοντας το σκοτάδι του Άδη.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής τονίζει ότι «Ὁ Χριστός ἐστὶ τὸ Φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ οὐδεμία σκιά χωρεῖ» (Κεφάλαια Θεολογικά, Α΄). Το «Φῶς τὸ ἀληθινόν» δεν εξαρτάται από τις συνθήκες του κόσμου, τον χώρο ή τον χρόνο. Είτε στο σπήλαιο, είτε στον Τάφο, το φως Του παραμένει ανέσπερο, νικώντας το σκοτάδι της φθοράς.

Το ίδιο φως που φωτίζει τη νύχτα της Βηθλεέμ λάμπει εκθαμβωτικά από τον Τάφο της Αναστάσεως, γι’ αυτό και η Εκκλησία, τη νύχτα του Πάσχα διακηρύττει: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, καὶ δοξάσατε Χριστόν τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».

Η Πατερική Παράδοσις εμμένει στο γεγονός ότι τόσο η Γέννησις, όσο και η Ταφή, λαμβάνουν χώρα σε σπήλαιο. Το σπήλαιο της Βηθλεέμ και ο λαξευτός Τάφος αποτελούν εικονικές και θεολογικές αντιστοιχίες.

«Ὁ Τάφος Σου, Κύριε, πηγὴ ἀναστάσεως ἐδείχθη» (Κανών Μεγάλου Σαββάτου, Ὠδή ΣΤ΄). Η Εκκλησία χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα: σπήλαιο = παράδεισος, τάφος = πηγή ζωής.

«Ὁ ἐν φάτνῃ ἀνακείμενος, ἐν τάφῳ κατατίθεται· ὁ δὲ ἐκ τάφου ἀναστάς, τὸν Ἀδὰμ ἀνίστησι» αναφέρει το Στιχηρό των Αίνων του Μεγάλου Σαββάτου. Το συγκεκριμένο υμνολογικό σχήμα είναι χαρακτηριστικό της ποιητικής και θεολογικής σύνθεσης του Μεγάλου Σαββάτου, όπου συνυπάρχουν φαινομενικά αντιφατικά γεγονότα (θάνατος–ζωή, ταφή–ανάσταση), μέσα σε ενιαία σωτηριολογική προοπτική.

Το στιχηρό αυτό συγκροτείται ως συμπυκνωμένη χριστολογική σύνοψις της Θείας Οἰκονομίας: «Ὁ ἐν φάτνῃ ἀνακείμενος» παραπέμπει στο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως. Η φάτνη δηλώνει την άκρα Κένωση του Λόγου: ο προαιώνιος Θεός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, χωρίς δόξα, ισχύ ή τιμή.

Η υμνολογία δεν παρουσιάζει τρία αποσπασματικά γεγονότα, αλλά ένα ενιαίο σωτηριολογικό τόξο: ό,τι αρχίζει στην Φάτνη, ολοκληρώνεται στον Τάφο και ανατρέπεται στην Ανάσταση!

Το παράδοξο δεν είναι ρητορικό τέχνασμα, αλλά θεολογική γλώσσα. Μόνον έτσι μπορεί να αποδοθεί το Μυστήριον της Θείας Συγκαταβάσεως.

Το δεύτερο τμήμα του στιχηρού μετατοπίζει το κέντρο βάρους: «ὁ δὲ ἐκ τάφου ἀναστάς». Η Ανάστασις δεν είναι απλώς νίκη επί του θανάτου ως φυσικού γεγονότος, αλλά οντολογική τομή στην ιστορία της ανθρωπότητος.

«τὸν Ἀδὰμ ἀνίστησι». Ο «Ἀδάμ» εδώ δεν δηλώνει απλώς το ιστορικό πρόσωπο, αλλά το σύνολο της ανθρωπότητος. Η Ανάστασις του Χριστού έχει καθολικό ανθρωπολογικό χαρακτήρα. Ο Χριστός ανασταίνεται ως νέος Αδάμ και ανασταίνει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Ο Χριστός βρίσκεται στον Τάφο, αλλά ήδη ενεργεί σωτηριολογικά: κατέρχεται στον Άδη και ανιστά τον Αδάμ. Το στιχηρό εκφράζει ακριβώς αυτή την διπλή πραγματικότητα: φαινομενική ακινησία – πραγματική σωτηρία.

Το στιχηρό διδάσκει ότι η Ενανθρώπησις είναι εξ αρχής σταυρική, ο θάνατος του Χριστού είναι σωτηριολογικός και η Ανάστασις δεν είναι ατομικό γεγονός, αλλά καθολική ανάστασις της ανθρωπίνης φύσεως.

Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος συνοψίζει ποιητικά αυτή την θεολογία: «Τὸ σπήλαιον ἐγέννησε Ζωήν, καὶ ὁ Τάφος ἀνεκήρυξε Ἀθανασίαν» (Ύμνοι εἰς τὴν Γέννησιν, ΙΑ΄). Εκεί όπου ο Χριστός εισέρχεται, ο χώρος μεταβάλλεται: το σπήλαιο γίνεται μήτρα ζωής, νέα Εδέμ, και ο Τάφος πηγή αφθαρσίας.

Ο κενός Τάφος αποτελεί την τελική επιβεβαίωση ότι Εκείνος που γεννήθηκε ταπεινά είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου.

Ο Τάφος δεν είναι τόπος απουσίας, αλλά τόπος παρουσίας ζωής, γι’ αυτό και το Μέγα Σάββατο η Εκκλησία ψάλλει: «Ὁ Τάφος Σου, Κύριε, πηγὴ ἀναστάσεως ἐδείχθη».

Η φάτνη, το σινδόνι και ο κενός Τάφος δεν είναι τρεις εικόνες· είναι μία αλήθεια, μία ενιαία σωτηριολογική πορεία. Ο Χριστός γεννάται, για να πεθάνει εκουσίως και πεθαίνει για να αναστήσει τον άνθρωπο.

Όπως συνοψίζει ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας: «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». (Περὶ Ἐνανθρωπήσεως, 54)

Η εικόνα της Γεννήσεως είναι ήδη εικόνα Αναστάσεως, διότι αποκαλύπτει την είσοδο του Θεού στον κόσμο, με σκοπό τη νίκη κατά του θανάτου.

Ας εορτάζουμε, λοιπόν, την Γέννηση του Χριστού με αναστάσιμη πίστη και ας βιώνουμε την Ανάσταση ως καρπό της Ενανθρωπήσεως, διότι Εκείνος που ετέθη ἐν φάτνῃ, κατέλυσε τον Τάφο και χάρισε στον κόσμο την αιώνια ζωή.

Metropolis

What Begins in the Manger Is Fulfilled in the Tomb and Overturned in the Resurrection

By His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden

Christ’s Nativity as a Prefiguration of His Burial and Resurrection in the Patristic and Liturgical Tradition

The Mystery of the Incarnation of the Son and Word of God is not an isolated event within the history of the Divine Economia/Dispensation. The Nativity of Christ is inseparably linked with His Passion, His Burial, and His Resurrection. All of these constitute a single path of salvation, an indivisible mystery of God’s love for humankind.

The Nativity of Christ is not merely the beginning of His earthly presence, but already the commencement of His voluntary journey toward death and the victory over death. For this reason, Orthodox iconography, Patristic theology, and above all the Church’s hymnography perceive in the Manger the shadow of the Tomb, and in the Nativity the proclamation in advance of the Resurrection.

The Fathers of the Church, with their theological insight, highlight this inner unity not only on the dogmatic level, but also on the iconographic one.

The iconography of the Nativity is not simply a tender depiction of an infant in a manger; it is profoundly cruciform and resurrectional. The icon of the Nativity already foretells the Burial and the Resurrection of Christ.

Both in the Nativity and in the Resurrection, the presence of the angels is dominant. On the night of the Nativity, the angels glorify God and announce His entry into history:
“Today the Virgin gives birth to the Transcendent One… Angels with shepherds glorify Him” (Kontakion of Christmas, Tone 3).

“Glory to God in the highest, and on earth peace,” the Church chants at the Orthros of Christmas, while the Doxastikon of the Αίνοι/Praises adds: “Today Bethlehem receives Him who sits upon the Cherubim.”

The same angelic presence is repeated at the Tomb. There, the angels no longer praise the Nativity, but proclaim the victory over death when they say: “Why do you seek the living among the dead?”

The angels function as witnesses sent by God of the decisive moments of salvation, when God enters the world and when death is destroyed from within.

Saint John Chrysostom points out that the angels appear “where God renews nature” (Homily II on Matthew), that is, when God enters the world and when the world is delivered from corruption. These are not two different events, but one and the same work of salvation.

The Fathers of the Church assign particular theological weight to the swaddling clothes of the Divine Infant. The Word of God condescends to be born in a manger. Christ is born “wrapped in swaddling clothes” and placed in a manger; at His Burial, He is wrapped in a burial shroud and laid in a tomb.

Saint Gregory the Theologian expresses this truth in a striking manner: “The Word is wrapped in swaddling clothes, that He may loosen the bonds of sin” (Oration 38, On Theophany). The Fathers see in the swaddling clothes a prefiguration of the burial linens.

The Church chants: “The Uncontainable One—how was He contained in a womb? He who is in the bosom of the Father—how is He held in the arms of His Mother? In every way as He knew, as He willed, and as He was pleased” (Canon of Christmas, Ode 9).

This wonder finds its answer on Great Friday, when the Church beholds Christ wrapped no longer in swaddling clothes, but in a burial shroud: “He who suspended the earth upon the waters is seen wrapped in a shroud” (Doxastikon of the Aposticha of Great Friday Vespers).

The swaddling clothes of the Nativity and the burial shroud of the Burial are two expressions of the same Kenosis. God accepts limitation in order to free humanity from the bonds of death.

At the Nativity, light illumines the cave of Bethlehem, a dark and humble place. The people “who sat in darkness” saw a “great light.” At the Resurrection, the same light shines forth from the Tomb, dispersing the darkness of Hades.

Saint Maximus the Confessor emphasizes that “Christ is the true Light, which no shadow can contain” (Theological Chapters, I). The “true Light” does not depend on the conditions of the world, space, or time. Whether in the cave or in the Tomb, His light remains unsetting, conquering the darkness of corruption.

The same light that illumines the night of Bethlehem shines forth brilliantly from the Tomb of the Resurrection; therefore, on the night of Pascha the Church proclaims: “Come, receive light from the unwaning Light, and glorify Christ who has risen from the dead.”

The Patristic Tradition insists on the fact that both the Nativity and the Burial take place in a cave. The cave of Bethlehem and the hewn Tomb constitute iconographic and theological correspondences.

“Your Tomb, O Lord, has been revealed as a fountain of resurrection” (Canon of Holy Saturday, Ode 6). The Church uses the same language: cave equals paradise; tomb equals source of life.

“He who lay in a manger is laid in a tomb; and He who rose from the tomb raises Adam,” states the Sticheron of the Αίνοι/Praises of Holy Saturday. This hymnographic structure is characteristic of the poetic and theological synthesis of Holy Saturday, where seemingly contradictory events (death–life, burial–resurrection) coexist within a single salvific perspective.

This sticheron is formed as a condensed Christological summary of the Divine Economy. “He who lay in a manger” refers to the mystery of the Incarnation. The manger signifies the extreme Kenosis of the Word: the pre-eternal God assumes human nature without glory, power, or honor.

Hymnography does not present three fragmented events, but a single salvific arc: what begins in the Manger is fulfilled in the Tomb and overturned in the Resurrection!

The paradox is not a rhetorical device, but theological language. Only in this way can the Mystery of Divine Condescension be expressed.

The second part of the sticheron shifts the focus: “He who rose from the tomb.” The Resurrection is not merely a victory over death as a natural event, but an ontological rupture in the history of humanity.

“He raises Adam.” “Adam” here does not signify merely the historical person, but the entirety of humankind. The Resurrection of Christ possesses a universal anthropological character. Christ rises as the new Adam and raises the whole human race.

Christ lies in the Tomb, yet already acts salvifically: He descends into Hades and raises Adam. The sticheron expresses precisely this dual reality: apparent stillness—real salvation.

The sticheron teaches that the Incarnation is from the outset cruciform, that the death of Christ is salvific, and that the Resurrection is not an individual event, but the universal resurrection of human nature.

Saint Ephrem the Syrian poetically summarizes this theology: “The cave gave birth to Life, and the Tomb proclaimed Immortality” (Hymns on the Nativity, 11). Wherever Christ enters, space itself is transformed: the cave becomes a womb of life, a new Eden, and the Tomb a source of incorruption.

The empty Tomb is the final confirmation that He who was born in humility is the Lord of life and death.

The Tomb is not a place of absence, but a place of the presence of life; therefore, on Holy Saturday the Church chants: “Your Tomb, O Lord, has been revealed as a fountain of resurrection.”

The manger, the burial shroud, and the empty Tomb are not three images; they are one truth, one unified salvific journey. Christ is born in order to die voluntarily, and He dies in order to raise humanity.

As Saint Athanasius the Great summarizes: “He became man, that we might be deified” (On the Incarnation, 54).

The icon of the Nativity is already an icon of the Resurrection, because it reveals God’s entry into the world with the purpose of conquering death.

Let us therefore celebrate the Nativity of Christ with resurrectional faith, and let us experience the Resurrection as the fruit of the Incarnation, for He who was laid in a manger destroyed the Tomb and granted the world eternal life.

Metropolis

Χριστουγεννιάτικη Ποιμαντορική Εγκύκλιος 2025 διά την Εορτήν της κατά Σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε·
Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε·
Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε».

Με τὴν ἀνεκλάλητη χαρὰ τῆς ἁγίας ταύτης νυκτὸς, ἡ Ἐκκλησία ἀνοίγει τὴν μητρικὴν ἀγκαλιὰ της καὶ κηρύσσει πάλιν στὸν κόσμο τὸ μέγα μυστήριον τῆς Θείας Οἰκονομίας: ὁ Ἄναρχος γίνεται ἄνθρωπος, ὁ Ἀχώρητος χωρεῖται, ὁ Δημιουργὸς καταδέχεται τὴν κτίση Του, «ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» κατά τὸν Ἅγιον Ἀθανάσιον.

Στὸ πρόσωπον τοῦ Γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ, βλέπουμε τὸ φῶς ποὺ διαλύει τὰ σκοτάδια κάθε ἐποχῆς. Ὅπως διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ἡ φάτνη γίνεται θρόνος, καὶ ἡ Παρθένος βασιλικὸν κάθισμα». Ἐκεῖ ὅπου ὁ κόσμος βλέπει ἀδυναμία, ὁ Θεὸς φανερώνει τὴν δύναμη τῆς ἀγάπης Του.

Ζοῦμε, ὅμως, σὲ μιὰ σύγχρονη πραγματικότητα πληγωμένη. Πόλεμοι συνεχίζονται, ἀθώοι χάνουν τὴν ζωή τους, λαοὶ ξεριζώνονται. Ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀνισότητα βαθαίνουν, ἐνῶ ἀρρώστιες σωματικὲς καὶ ψυχικὲς δοκιμάζουν τὸν ἄνθρωπο. Ἡ τεχνολογικὴ πρόοδος δὲν συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ πνευματική πρόοδο.

Yet we celebrate this saving event in a world marked by deep wounds and profound suffering. Our generation bears witness to wars that devastate entire nations, violence that uproots families, and conflicts that claim innocent lives.

We see the scandal of human trafficking, where men, women, and children are reduced to commodities. We encounter crushing poverty, economic injustice, forced migration, loneliness, and despair.

Creation itself groans under the weight of exploitation and neglect. These realities confront our conscience and challenge our faith.

The Nativity of Christ is God’s decisive intervention in the brokenness of human history. The Son of God enters precisely into a world of fear, injustice, and pain. He does not come with worldly power, but in humility, revealing that true strength is found in sacrificial love.

Saint Athanasios the Great teaches us that the Word became flesh “that we might become by grace what He is by nature.” In Christ’s birth, humanity is offered transformation.

In the face of wars and violence, the newborn Christ reveals Himself as the Prince of Peace. His peace is not the absence of conflict alone, but the restoration of right relationship between God and humanity, and among human beings themselves.

In the face of exploitation and human trafficking, Christ affirms the infinite dignity of every human person, created in the image and likeness of God.

In the face of poverty and exclusion, He identifies Himself with the poor, having no place to lay His head even from His birth.

Saint John Chrysostom exhorts us that we cannot honor Christ in the altar while neglecting Him in the suffering neighbor.

We are called to be witnesses of hope in a world tempted by despair, to be peacemakers where hatred prevails, to protect the vulnerable, to speak for those who have no voice, and to practice mercy, generosity, and solidarity. The love revealed in the cave of Bethlehem must be made visible through our concrete acts of faith and love.

For the faithful of the Holy Metropolis of Sweden and All Scandinavia, living in societies marked by both prosperity and spiritual challenges, this calling is especially urgent. The Incarnate Christ invites us to resist indifference, to cultivate compassion, and to bear living witness to the Gospel in a pluralistic and often secular environment.

Saint Maximus the Confessor teaches us that love for God is inseparable from love for neighbor. Our fidelity to Christ is measured by how we reflect His self-emptying love in the world.

May the Child born in the cave grant peace to the world, comfort to those who suffer, justice to the oppressed, and salvation to our souls.

With paternal love and heartfelt wishes in the Incarnate Lord for a blessed, peaceful, and grace-filled Christmas and a healthy New Year,

† Metropolitan Cleopas of Sweden and All Scandinavia

Metropolis

Christmas Pastoral Encyclical 2025 To the Clergy and the Faithful of the Holy Metropolis of Sweden and All Scandinavia

Dearly Beloved Brothers & Sisters in the Incarnate Lord,

As we approach the radiant Feast of the Nativity of our Lord, the Church once again invites us to contemplate the great and ineffable mystery of the Incarnation.

The eternal Word of God, through Whom all things were made, humbles Himself, assumes our human nature, and is born in a cave, laid in a manger, and welcomed by the poor and the lowly. Heaven and earth are united. God becomes man, so that humanity may be restored and healed.

Yet we celebrate this saving event in a world marked by deep wounds and profound suffering. Our generation bears witness to wars that devastate entire nations, violence that uproots families, and conflicts that claim innocent lives.

We see the scandal of human trafficking, where men, women, and children are reduced to commodities. We encounter crushing poverty, economic injustice, forced migration, loneliness, and despair.

Creation itself groans under the weight of exploitation and neglect. These realities confront our conscience and challenge our faith.

The Nativity of Christ is God’s decisive intervention in the brokenness of human history. The Son of God enters precisely into a world of fear, injustice, and pain. He does not come with worldly power, but in humility, revealing that true strength is found in sacrificial love.

Saint Athanasios the Great teaches us that the Word became flesh “that we might become by grace what He is by nature.” In Christ’s birth, humanity is offered transformation.

In the face of wars and violence, the newborn Christ reveals Himself as the Prince of Peace. His peace is not the absence of conflict alone, but the restoration of right relationship between God and humanity, and among human beings themselves.

In the face of exploitation and human trafficking, Christ affirms the infinite dignity of every human person, created in the image and likeness of God.

In the face of poverty and exclusion, He identifies Himself with the poor, having no place to lay His head even from His birth.

Saint John Chrysostom exhorts us that we cannot honor Christ in the altar while neglecting Him in the suffering neighbor.

We are called to be witnesses of hope in a world tempted by despair, to be peacemakers where hatred prevails, to protect the vulnerable, to speak for those who have no voice, and to practice mercy, generosity, and solidarity. The love revealed in the cave of Bethlehem must be made visible through our concrete acts of faith and love.

For the faithful of the Holy Metropolis of Sweden and All Scandinavia, living in societies marked by both prosperity and spiritual challenges, this calling is especially urgent. The Incarnate Christ invites us to resist indifference, to cultivate compassion, and to bear living witness to the Gospel in a pluralistic and often secular environment.

Saint Maximus the Confessor teaches us that love for God is inseparable from love for neighbor. Our fidelity to Christ is measured by how we reflect His self-emptying love in the world.

May the Child born in the cave grant peace to the world, comfort to those who suffer, justice to the oppressed, and salvation to our souls.

With paternal love and heartfelt wishes in the Incarnate Lord for a blessed, peaceful, and grace-filled Christmas and a healthy New Year,

† Metropolitan Cleopas of Sweden and All Scandinavia

Metropolis

Ι. Μυστήριο του Χρίσματος σε τρία μέλη οικογένειας του Καθεδρικού Ναού Στοκχόλμης

Τρία μέλη οικογένειας του Καθεδρικού Ναού Στοκχόλμης έλαβαν το Ι. Μυστήριο του Χρίσματος, το Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2025. Οι προσευχές μας θα τους συνοδεύουν στην ζωή τους.

Metropolis

Καθεδρικός Ναός Αγίου Γεωργίου Στοκχόλμης, Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2025

Αγαπητοί Αδελφοί εν Κυρίω Τεχθέντι,

Στην σημερινή λατρευτική μας σύναξη, θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ σε δύο πρόσωπα, μέλη της τοπικής μας Εκκλησίας, τα οποία διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στο γίγνεσθαι αυτής, εξαιτίας της επιστημονικής τους ιδιότητος αφ’ ενός, αλλά και της αφοσιώσεώς τους αφ’ ετέρου. Πρόκειται για τους Νομικούς κ.κ. Rafail Poumeyrau και Fredrik Styrlander.

Αυτά τα δύο πρόσωπα αποτελούν τους δύο βραχίονες του Μητροπολίτου, σε όλα τα θέματα που άπτονται των νομικών θεμάτων, και φυσικά απαιτούν οι αποφάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, αλλά και η σχέση της Ι. Μητροπόλεως με τις υπηρεσίες του Κράτους και τους διαφόρους Οργανισμούς.

Ιδιαιτέρως, όμως, θα ήθελα να αναφερθώ στην υποδειγματική και απολύτως αφοσιωμένη προσφορά τους στην Ι. Μητρόπολη και τον ομιλούντα, προ δύο περίπου ετών, όταν πρόσωπα, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού, ως μη όφειλε, ταλάνισαν την τοπική μας Εκκλησία και την κοινωνία, αφού, με ανυπόστατα και συκοφαντικά δημοσιεύματα, προσπάθησαν να αμαυρώσουν το κύρος της Εκκλησίας μας και του υποφαινομένου.

Τότε, και οι δύο, καθημερινώς και για ώρες, αφοσίωσαν τον προσωπικό και πολύτιμο χρόνο τους και με τις νομικές τους γνώσεις κατηύθυναν στην αισία έκβαση των πραγμάτων, ώστε, όχι μόνον να αποδειχθεί, δια δικαστικών αποφάσεων, το ανυπόστατο και αίολο των κατηγοριών, αλλά και για πρώτη φορά στην ιστορία της Σουηδικής Δικαιοσύνης, να αναγκαστεί το Συνδικάτο Εργαζομένων, όχι μόνο να αποσύρει την μηνυτήρια αναφορά του εναντίον της Ι. Μητροπόλεως, αλλά και να αποζημιώσει αυτήν αρχικώς και στην συνέχεια τον ομιλούντα για τα μεταφραστικά έξοδα, ώστε ένα σεβαστό χρηματικό ποσό να δωρηθεί στην Ι. Μητρόπολη κι έτσι να εξοφληθούν οι δαπάνες για την δεύτερη φάση της αποκαταστάσεως του Καθεδρικού μας Ναού.

Για όλους αυτούς τους λόγους και για τον κυριότερο, ότι η αφοσίωση και προσφορά τους είναι άμισθη και συνεπώς αδάπανη για την Ι. Μητρόπολη, σε μια χώρα που γνωρίζετε πόσο κοστίζει η προσφορά των νομικών υπηρεσιών, με οδήγησαν ώστε να εισηγηθώ στην Α. Θ. Παναγιότητα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. κ. Βαρθολομαίο, να απονείμει σε αυτούς την ανώτατη τιμητική διάκριση της Μητρός Εκκλησίας, κατατάσσοντάς τους στους Άρχοντες Οφικιαλίους της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας.

Ο Πατριάρχης μας ασμένως ανταποκρίθηκε και κατ’ ιδίαν Πατριαρχικήν προαίρεσιν και φιλοτιμίαν, απονέμει σήμερα δι’ εμού, εις μεν τον κ. Ραφαήλ Poumeyrau το οφφίκιον του Άρχοντος Νομοφύλακος, εις δε τον κ. Fredrik Styrlander το οφφίκιον του Άρχοντος Εκδίκου, με τα αντίστοιχα Πατριαρχικά Πιττάκια και διακριτικά.

Το οφφίκιον του Νομοφύλακος ανάγεται στη Βυζαντική Αυτοκρατορία από τον 12ο αιώνα, ώστε να υφίσταται εκκλησιαστικός νομοφύλαξ, παράλληλα με τον κοσμικό, αποδίδεται δε από την Μητέρα Εκκλησία στους νομομαθείς και τους συμβούλους των Ιερών Μητροπόλεων, υπερασπίζοντας τα δίκαια της Εκκλησίας.

Όσον αφορά στο οφφίκιο του Άρχοντος Εκδίκου, απονέμεται και αυτό σε νομικούς και στελέχη με προσφορά προς την Εκκλησία, η δε σχέση του ενός οφφικίου με το άλλο, ανάγεται στο γεγονός ότι ο μεν Νομοφύλαξ διασφαλίζει τον νόμο, ο δε Έκδικος υπερασπίζεται τον νόμο.

Είναι η πρώτη φορά που απονέμεται αυτού του είδους η διάκριση στα έτη της Ποιμαντορίας μου, όμως θεωρώ ότι και τα δύο αυτά πρόσωπα αξίζουν αυτής και φυσικά είναι το ελάχιστο δείγμα ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης στην ανεκτίμητη προσφορά και αφοσίωσή τους.

Εύχομαι ο Θεός, δια πρεσβειών του Αγίου Γεωργίου, να τους καταστέφει, μαζί με τις Θεοπειθείς Πατριαρχικές ευχές και ευλογίες του Οικουμενικού Πατριάρχου, και να τους χαρίζει υγεία και κάθε εφετό και καταθύμιο! Άξιοι!

+ Ο Μητροπολίτης Σουηδίας και πάσης Σκανδιναυΐας Κλεόπας

Metropolis

St. George Cathedral of Stockholm, Sunday, December 21, 2025

Dearly Beloved Brothers and Sisters in the Lord Incarnate,

At our gathering today, you will permit me to refer to two individuals, members of our local Church, who play a particularly important role in its life and activity, on the one hand because of their scientific and professional standing, and on the other because of their devotion and dedication. These persons are Mr. Rafail Poumeyrau and Mr. Fredrik Styrlander, lawyers.

These two individuals have constituted the two arms of the Metropolitan in all matters pertaining to legal issues, which, of course, require the decisions of the Metropolis Executive Board, as well as in the relationship of the Holy Metropolis with State services and various organizations.

In particular, however, I would like to refer to their exemplary and absolutely devoted service to the Holy Metropolis and to the speaker, approximately two years ago, when certain individuals—countable on the fingers of one hand—unjustly troubled our local Church and society, having, through unfounded and slanderous publications, attempted to tarnish the standing of our Church and of the undersigned.

At that time, both of them, on a daily basis and for many hours, devoted their personal and precious time, and with their legal expertise guided matters to a favorable outcome, so that not only was the groundlessness and fragility of the accusations proven through judicial decisions, but also— for the first time in the history of Swedish justice— the Labor Union was compelled not only to withdraw its lawsuit against the Holy Metropolis, but also to compensate it initially, and subsequently the speaker, for translation expenses. As a result, a substantial monetary amount was donated to the Holy Metropolis, thus covering the expenses for the second phase of the restoration of our Cathedral.

For all these reasons, and above all because their dedication and service are unpaid and therefore without cost to the Holy Metropolis—in a country where you know how expensive legal services are—I was led to propose to His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew that he confer upon them the highest honorary distinction of the Mother Church, enrolling them among the Archons of the Holy Great Church of Christ.

He responded gladly, and by his personal Patriarchal will and benevolence, today confers through me upon Mr. Rafail Poumeyrau the office of Archon Nomophylax, and upon Mr. Fredrik Styrlander the office of Archon Ekdikos, together with the corresponding Patriarchal diplomas and insignia.

The office of Nomophylax dates back to the Byzantine Empire from the twelfth century, so that an ecclesiastical guardian of the law might exist alongside the secular one. It is bestowed by the Mother Church upon learned jurists and advisers of the Holy Metropolises, who defend the rights of the Church.

As for the office of Archon Ekdikos, it too is conferred upon jurists and officials who have offered service to the Church. The relationship between the two offices lies in the fact that the Nomophylax safeguards the law, while the Ekdikos defends the law.

This is the first time that such a distinction has been conferred during the years of my pastoral ministry; nevertheless, I consider that both of these individuals are worthy of it, and that it is, of course, the least expression of thanks and gratitude for their invaluable service and devotion.

I pray that God, through the intercessions of Saint George, may crown them, together with the God-pleasing Patriarchal prayers and blessings of the Ecumenical Patriarch, and grant them health and every good desire of their hearts. Axioi!

+ Metropolitan Cleopas of Sweden and All Scandinavia

Metropolis

6th Meeting of Catechumens and Distribution of Catechetical Material in Stockholm

On the afternoon of Thursday, December 18th, 2025, the 6th consecutive meeting with the Catechumens and the newly illumined faithful took place at the premises of the Saint George Cathedral of Stockholm.

It should be noted that this was preceded by a meeting between His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden and All Scandinavia and the newly elected President of the Pan-Epirote Brotherhood of Stockholm, the Honorable Mr. Georgios Mokos, who was accompanied by his son Panagiotis.

During this meeting, Mr. Mokos requested and received the archpastoral blessings of the Metropolitan, paid his respects, and expressed the intention of himself, the Administrative Council, and the Members of the Brotherhood to remain steadfastly devoted to the sacred traditions and values of our Homeland and our Nation. The traditional festive sweets that he offered were subsequently distributed to the Catechumens.

During the meeting with the Catechumens, Metropolitan Cleopas, analyzed in English his recently published article entitled “Sleep, my little angel, sweetly with my song” («Κοιμήσου αγγελούδι μου, γλυκά με το τραγούδι μου»), expounded on the theology of the Incarnation of the Son and Word of God, and responded to the questions of the ever-increasing number of Catechumens, who exceeded 60 participants in physical presence and 30 online.

At the conclusion of the meeting, as previously announced, His Eminence distributed catechetical material in the English and Greek languages to those present. This material was kindly offered, on behalf of the organization “Agape Hellas,” by the Honorable Mr. Emmanouil Toufexis and bears the title “Going Deeper with Jesus Christ” («Βαθύτερη γνωριμία με τον Ιησού Χριστό»).

After the exchange of festive greetings in view of the celebrations of the Holy Twelve Days of Christmas, the next meeting, God willing, is scheduled for Thursday, January 15th, 2026, at 6:00 p.m. (Swedish time). Those residing outside Stockholm may follow the meeting online via the following link:

For further information, please contact: +46 73 542 9745 or metropolisofsweden@gmail.com

Metropolis

Κοιμήσου, αγγελούδι μου, γλυκά με το τραγούδι μου!

Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα

Στο βάθος της ελληνικής ψυχής υπάρχουν ορισμένοι ήχοι που μοιάζουν να γεννήθηκαν μαζί με το φως αυτού του τόπου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο ήχος του νανουρίσματος: μια αρχέγονη ανθρώπινη πράξη, μια πράξη αγάπης, συμφιλίωσης, ειρήνης, προσευχής, αλλά και υπόσχεσης· υπόσχεσης προς το παιδί που κοιμάται, προς το μέλλον που έρχεται, προς την ελπίδα που ανατέλλει, ακόμη και μετά από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ιστορίας.

Το νανούρισμα συνιστά, όχι μόνο στοργή, αλλά και μνήμη, παράδοση, λαϊκή σοφία, θεολογική βαθύτητα, συχνά χωρίς οι δημιουργοί του ή οι φορείς του να έχουν συνειδητοποιήσει το βάθος των λέξεων που ψιθυρίζουν.

Μια τέτοια στιγμή της Ελληνικής Μουσικής Παράδοσης αποτελεί το νανούρισμα «Κοιμήσου, αγγελούδι μου», ενσωματωμένο στο έργο Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού του Μίκη Θεοδωράκη, με στίχους του Κώστα Βίρβου.

Πρόκειται για ένα τραγούδι που, ενώ γεννήθηκε μέσα από το ιστορικό τραύμα του Ελληνικού Εμφυλίου, ανοίγει παράλληλα δρόμο προς το μυστήριο της Βηθλεέμ, προς την Άκρα Ταπείνωση και την δόξα του Θεανθρώπου Χριστού, προς την Θεολογία της Ενσάρκωσης, όπως την έζησαν και την εξέφρασαν οι Πατέρες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Η ιστορία του τραγουδιού δεν μπορεί να αποσπασθεί από την ιστορία του κύκλου στον οποίο εντάσσεται. Ο Θεοδωράκης γράφει Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού το 1961, στο Παρίσι, σε μια περίοδο όπου αναζητά τρόπους να ενώσει τον λαϊκό μουσικό λόγο με το βαθύ τραύμα της Ελληνικής κοινωνίας, να εκφράσει μια συλλογική μνήμη, να προσφέρει στον λαό, όχι μόνο την ομορφιά των τραγουδιών, αλλά και την «κάθαρση» – όπως ο ίδιος σημειώνει – ενός νέου, σύγχρονου «μύθου», γεννημένου από τον Εμφύλιο.

Το έργο τοποθετείται συνειδητά στην φόρμα της αρχαίας τραγωδίας. Οι μορφές είναι τυπικές, η δράση έχει συλλογικό χαρακτήρα, η Μάνα αποκτά διαστάσεις Ιοκάστης, τα δύο αδέλφια ανακαλούν τους Ετεοκλή και Πολυνείκη, ο λαός-Χορός τραγουδά και παρεμβαίνει, και η μοίρα της οικογένειας καθίσταται σύμβολο της μοίρας του Έθνους.

Μέσα σ᾽ αυτό το σκηνικό σπαραγμού, προδοσίας, μίσους αλλά και βαθιάς ανάγκης για συμφιλίωση, βρίσκεται ένα νανούρισμα. Όχι θρήνος, αλλά νανούρισμα.

Αυτό είναι το πρώτο σημείο θεολογικού βάθους. Σε κάθε άνθρωπο που πονά, ακόμη και μέσα σε συνθήκες εμφύλιου μίσους, η φωνή που μένει αλώβητη είναι η μητρική φωνή.

Το νανούρισμα είναι ο ήχος που δεν λερώνει το μίσος, που δεν μολύνει η ιδεολογία. Είναι ο ήχος της ειρήνης, γι’ αυτό και τοποθετείται στην αρχή του έργου, όχι στο τέλος. Είναι η αρχή του κόσμου, η αρχή της ανθρώπινης ύπαρξης, η αρχή μιας δυνατότητας συμφιλίωσης και επανόρθωσης.

Οι στίχοι του Βίρβου δείχνουν μια μητέρα που τραγουδά στο παιδί της, όχι μόνο για να το κοιμίσει, αλλά για να το μυήσει σ᾽ έναν κόσμο αγώνα και ευθύνης:

« Κοιμήσου, αγγελούδι μου
παιδί μου, νάνι νάνι
να μεγαλώσεις γρήγορα
σαν τ’ αψηλό πλατάνι
να γίνεις άντρας στο κορμί και στο μυαλό
και να ’σαι πάντα μες στο δρόμο τον καλό.
Κοιμήσου, αγγελούδι μου
γλυκά με το τραγούδι μου.
Κοιμήσου, περιστέρι μου
να γίνεις σαν ατσάλι
να γίνει κι η καρδούλα σου
σαν του Χριστού μεγάλη
για να μην πεις μες στη ζωή σου «δεν μπορώ»
και αν πρέπει ακόμα να σηκώσεις και σταυρό».

Μια ολόκληρη θεολογία είναι κρυμμένη μέσα σ᾽ αυτές τις φράσεις: μια κλήση προς την ανδρεία, προς την καρδιά την πλατιά, την ικανή να χωρέσει συγχώρηση· προς την μίμηση του Χριστού· προς την αποδοχή του Σταυρού, όχι ως τιμωρία, αλλά ως το μονοπάτι της αυθεντικής αγάπης.

Εδώ, η Ελληνική Λαϊκή Παράδοση συναντά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος μιλώντας για την Γέννηση του Χριστού γράφει ότι ο Λόγος «ταπείνωσιν ἐφόρεσεν, ἵνα ἐγὼ τὴν δόξαν ἀναλάβω». Η Γέννηση είναι ήδη Σταύρωση, όχι ακόμη στην πράξη, αλλά στην πρόθεση της Θείας Οικονομίας.

Όταν ο Βίρβος μιλά για το παιδί που θα σηκώσει ίσως σταυρό, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ίσως σε Πατερική γλώσσα, αγγίζει την ίδια την καρδιά της Χριστολογίας, ότι ο άνθρωπος, για να μοιάσει στον Χριστό, δεν καλείται μόνο να ζήσει, αλλά και να θυσιαστεί, να προσφέρει, να αγαπήσει μέχρι τέλους.

Το νανούρισμα αυτό, ακούγοντας προσεκτικά και την ερμηνεία που του έδωσε ιστορικά η Γιώτα Λύδια, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, η Νένα Βενετσάνου και τόσοι άλλοι, δεν ανεβάζει την ένταση, δεν επιβάλλει δράμα· το λέει γλυκά, σαν κάποια αλήθεια που το παιδί πρέπει να ακούσει πριν ακόμη μάθει να μιλά.

Η μουσική του Θεοδωράκη το τυλίγει σε απλούς, καθαρούς λαϊκούς τόνους, που δεν επιδιώκουν εντυπωσιασμό, αλλά μνήμη. Έτσι, το νανούρισμα γίνεται πράξη παιδαγωγίας. Διδάσκει, τι είναι αγάπη, τι είναι μεγαλείο ψυχής, τι είναι σταυρός.

Κι όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε μια σκηνή που, με τρόπο σχεδόν εμβληματικό, παραπέμπει στη Βηθλεέμ. Διότι στη Βηθλεέμ, σύμφωνα με τη Βυζαντινή Εικονογραφική Παράδοση, η Παναγία δεν χαμογελά ως μητέρα, που χαρακτηρίζεται μόνο από χαρά.

Αντίθετα, η Παναγία στην εικόνα της Γεννήσεως έχει βαθιά, εσωστρεφή έκφραση· ξαπλώνει, συχνά στραμμένη όχι προς το Βρέφος αλλά προς τον πιστό, σαν να γνωρίζει ότι το Βρέφος αυτό δεν ήρθε για να ζήσει απλώς, αλλά για να δώσει τη Ζωή.

Η στάση Της μοιάζει με μητέρα που δεν νανουρίζει ένα παιδί που θα ζήσει μια ομαλή ζωή, αλλά ένα παιδί που θα αλλάξει τον κόσμο, διά του πόνου. Το βλέμμα Της είναι ταπεινό, ήσυχο, αλλά βαθύ, σχεδόν τραγικό.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου και ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, τονίζουν ότι η Παναγία γνώριζε, ήδη από τον Ευαγγελισμό, ότι ο Υιός Της θα γίνει «σημεῖον ἀντιλεγόμενον».

Η εικόνα της Βηθλεέμ, με το σπήλαιο σκοτεινό σαν μνήμα, με το Βρέφος σπαργανωμένο σαν νεκρό σε σάβανο, δηλώνει ότι το Μυστήριο της Γεννήσεως είναι άρρηκτα ενωμένο με το Μυστήριο του Πάθους.

Απ᾽ αυτή τη σκοπιά, το νανούρισμα «Κοιμήσου, αγγελούδι μου» στέκεται σαν προέκταση της βυζαντινής εικόνας. Η μητέρα τραγουδά γνωρίζοντας, ή διαισθανόμενη, ότι το παιδί θα υποστεί δοκιμασίες, ότι η ζωή δεν θα είναι απλώς «όνειρο», αλλά αγώνας. Το «σαν του Χριστού μεγάλη» δεν είναι μόνο ηθική νουθεσία· είναι πρόταση ζωής, μίμηση Χριστού, συμμετοχή στο σταυρικό κάλλος της αγάπης Του.

Η ιστορία του έργου του Θεοδωράκη ενσωματώνει με τρόπο μοναδικό τον σύγχρονο ελληνικό πόνο. Ο συνθέτης αφηγείται ότι, όταν συνέθετε τα τραγούδια, ήταν σαν να ζωντάνευαν μπροστά του οι μορφές των φίλων και συναγωνιστών του που χάθηκαν στον Εμφύλιο.

Στη μνήμη του, ο Παύλος –πρόσωπο της λαϊκής φαντασίας αλλά και πραγματικότητας– γίνεται ο νεκρός αδελφός που κουβαλά την τραγωδία ολόκληρου του έθνους κι ο Θεοδωράκης θέλησε να ξορκίσει αυτό το κακό, όχι μέσω μιας ξηρής πολιτικής ανάλυσης, αλλά μέσω της τέχνης, της ποίησης και της μουσικής, της αρχαίας τραγωδίας που θεραπεύει τις πληγές, όχι επειδή διαγράφει το παρελθόν, αλλά επειδή το μεταμορφώνει.

Σ᾽ αυτό το πλαίσιο, το νανούρισμα λειτουργεί ως κέντρο του δράματος, ως σημείο όπου η ανθρώπινη παράδοση συναντά το θεολογικό μυστήριο, διότι κάθε νανούρισμα δείχνει ότι ο άνθρωπος πιστεύει, ακόμη και μέσα σε ερείπια, ότι το παιδί που μεγαλώνει «σαν τ’ αψηλό πλατάνι» μπορεί να δώσει νόημα εκεί που χάθηκε νόημα, ότι μπορεί να αγαπήσει εκεί που βασίλευσε το μίσος.

Ο λαός μας, μέσα απ᾽ αυτό το τραγούδι, μιλά για μια καρδιά «σαν του Χριστού μεγάλη», χωρίς να κάνει θεολογία σε ακαδημαϊκή γλώσσα. Όμως, αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο και το μεγαλείο της Ορθοδοξίας, ότι θεολογία είναι, πέρα απ᾽ τα κείμενα των Ιερών Συνόδων και των Πατέρων της Εκκλησίας, οι αναστεναγμοί των μανάδων, τα νανουρίσματα και τα μοιρολόγια, ως έκφραση προσευχής και επίκληση του θείου ελέους.

Στο έργο του Θεοδωράκη, έγινε απόπειρα να συναντηθεί η σύγχρονη ελληνική τραγωδία με το αρχέγονο δράμα του ανθρώπου· κι αυτό θυμίζει βαθιά την Ορθόδοξη θεολογία της Ενσάρκωσης.

Ο Θεός δέχεται να γίνει άνθρωπος, να μπει μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, να πάρει επάνω Του τις ανθρώπινες διαιρέσεις, να υφίσταται, ήδη από τη Γέννησή Του, την απόρριψη της κοινωνίας και την τραγικότητα της μοίρας.

Η Ενσάρκωση, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, είναι «ἡ κλίσις τῆς ἀκτίστου Χάριτος ἐν τῇ κτίσει», δηλαδή είναι ο Θεός που έρχεται εκεί όπου υπάρχουν πληγές, όχι για να τις κρίνει, αλλά για να τις θεραπεύσει.

Μέσα στην εικόνα της Γεννήσεως αυτό φαίνεται καθαρά. Το σπήλαιο είναι σκοτεινό, μαύρο, σαν τον Άδη· ο νεογέννητος Χριστός τοποθετείται σε μια φάτνη που θυμίζει μνήμα· το σπάργωμά Του θυμίζει νεκρικό σάβανο· οι άγγελοι υμνούν και οι ποιμένες προσκυνούν, μα η Παναγία παραμένει ήρεμη, σχεδόν πένθιμη.

Ο Ιωσήφ, συχνά καθιστός στο πλάι, δείχνει την ανθρώπινη αμφιβολία και τον πειρασμό. Όλη η εικόνα είναι μια ενότητα χαράς και πένθους, γέννησης και θανάτου, φωτός και σκότους. Η Γέννηση του Χριστού είναι σκηνή σωτηριολογική. Ο Θεός μπαίνει στον κόσμο ως Βρέφος, για να υποστεί ολόκληρη τη διαδρομή του ανθρώπου, από την κούνια ως τον τάφο.

Έτσι, όταν η λαϊκή μάνα στο έργο του Θεοδωράκη λέει στο παιδί της «κι αν πρέπει ακόμα να σηκώσεις και σταυρό», μιλά τη γλώσσα της Παναγίας. Κι όταν λέει «να γίνει κι η καρδούλα σου σαν του Χριστού μεγάλη», μιλά τη γλώσσα του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, ο οποίος λέει ότι ο άνθρωπος καλείται να γίνει «κατ’ ἐνέργειαν ὅ,τι ἐστίν ὁ Θεός κατ’ οὐσίαν», δηλαδή ο άνθρωπος καλείται να μιμηθεί την αγάπη του Χριστού, να γίνει καθαρή καρδιά, ελεύθερη, μεγάλη, πλατιά σαν τα χέρια Του πάνω στο Σταυρό.

Το νανούρισμα έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη του λαού, διότι κάθε λαός θυμάται αυτό που εκφράζει την πιο αυθεντική πλευρά του κι η πιο αυθεντική πλευρά του Ελληνικού λαού δεν ήταν ποτέ το μίσος, αλλά ο πόθος για ενότητα. Όπως λέει ο Θεοδωράκης: «ήθελα να μην αφήσω ποτέ να σβήσει η μνήμη του λαού».

Αυτός ο πόθος για μνήμη είναι βαθιά θεολογικός. Ο Χριστός γεννήθηκε, για να θεραπεύσει τη μνήμη του ανθρώπου, με τη νοσταλγία του παραδείσου, να φέρει την ειρήνη μέσα στην καρδιά του, να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τον Θεό και τον άνθρωπο με τον άνθρωπο.

Η Γέννηση του Χριστού φέρει μέσα της την πρόσκληση για ενότητα. Ο Χριστός δεν ήλθε σε μια εποχή ειρηνική· ήρθε μέσα σε καχυποψία, αυτοκρατορική βία, κοινωνικές διαιρέσεις.

Γεννήθηκε ως «παιδίον νέον», για να ενώσει και να συμφιλιώσει, γι’ αυτό κι ο άγγελος ψάλλει: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη». Η ειρήνη είναι το πρώτο δώρο της Γέννησης.

Το νανούρισμα «Κοιμήσου, αγγελούδι μου» είναι στην ουσία μια προσευχή προς αυτή την ειρήνη. Είναι η λαϊκή φωνή που λέει: «θέλω να μεγαλώσεις μέσα σε έναν κόσμο που θα είναι συμφιλιωμένος, όπου θα είσαι άντρας στο κορμί και στο μυαλό, αλλά κυρίως θα είσαι άνθρωπος με καρδιά μεγάλη».

Είναι η φωνή του λαού που ζητά λύτρωση, που αναζητά παιδί να σηκώσει το μέλλον στα χέρια του, που θέλει να δει τη νέα γενιά να μην επαναλαμβάνει τα λάθη του εμφυλίου.

Η θεολογία της εικόνας της Γέννησης ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη σκέψη. Στην εικόνα, ο Χριστός βρίσκεται στο κέντρο, όχι μόνο ως βρέφος, αλλ᾽ ως ο Σωτήρας του κόσμου, ο Οποίος ήρθε για να ενώσει τα διεστώτα, να συμφιλιώσει το ουράνιο με το γήινο, το θείο με το ανθρώπινο.

Οι άγγελοι είναι το ουράνιο, οι ποιμένες είναι το ταπεινό λαϊκό στοιχείο, οι Μάγοι το σοφό και κοσμοπολίτικο στοιχείο. Όλοι συναντώνται δίπλα στο Βρέφος. Είναι η πρώτη μεγάλη «συμφιλίωση της ανθρωπότητας», μία εικόνα της βασιλείας του Θεού μέσα στον κόσμο.

Έτσι και στο έργο του Θεοδωράκη, η μητέρα που νανουρίζει το παιδί της μέσα στον πόνο της ελληνικής ιστορίας γίνεται εικόνα της Παναγίας που νανουρίζει τον Υιό της μέσα στον πόνο της ανθρώπινης ιστορίας.

Και το παιδί αυτό, που καλείται να μεγαλώσει μέσα σε δύσκολες εποχές, γίνεται εικόνα της κάθε γενιάς που καλείται να σηκώσει τον δικό της σταυρό με δύναμη, με καρδιά μεγάλη σαν του Χριστού.

Σ᾽ αυτό το σημείο, το νανούρισμα, το έργο του Θεοδωράκη, η τραγωδία της Ελληνικής ιστορίας και το μυστήριο της Ενσάρκωσης συναντώνται σε έναν κοινό τόπο, τον τόπο της ελπίδας.

Η Ελληνική τραγωδία διδάσκει ότι, μετά την Πτώση, μετά την ύβρη, μετά την κάθαρση, υπάρχει νέος δρόμος. Η Ορθόδοξη Θεολογία διδάσκει ότι, μετά την πτώση του Αδάμ, έρχεται ο Νέος Αδάμ. Ότι η Ενσάρκωση είναι η αρχή μιας καινούργιας δημιουργίας.

Ο Άγιος Ειρηναίος λέει «ὁ Λόγος τὸν ἄνθρωπον ἀνακεφαλαιοῦται» κι ο Άγιος Αθανάσιος «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».

Το νανούρισμα «Κοιμήσου, αγγελούδι μου» είναι επομένως ένα τραγούδι συμφιλίωσης. Ένα τραγούδι που θυμίζει ότι η μητρική φωνή παραμένει άφθαρτη ακόμη κι όταν οι ιδεολογίες γκρεμίζονται.

Ένα τραγούδι που μιλά για καρδιά που μεγαλώνει σαν του Χριστού, γι᾽ αγάπη που σηκώνει σταυρό, για δρόμο που οδηγεί από τον θάνατο στη ζωή. Είναι ένας ύμνος προς την ειρήνη, μια πρόσκληση προς την ενότητα και μια υπενθύμιση ότι η Γέννηση του Χριστού είναι η αρχή μιας κοσμικής και ταυτόχρονα θεϊκής συμφιλίωσης.

Κι ίσως αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος που το τραγούδι παραμένει ζωντανό τόσες δεκαετίες μετά. Είναι ένα τραγούδι που μας δείχνει ότι κάθε βρέφος που κοιμάται στην αγκαλιά της μάνας του είναι μια υπόσχεση της ζωής προς την ιστορία.

Όπως το Θείον Βρέφος της Βηθλεέμ κοιμήθηκε μέσα στη φάτνη, για να ξυπνήσει τον κόσμο στην αλήθεια του Θεού, έτσι και κάθε παιδί που νανουρίζεται σ᾽ έναν κόσμο τραυματισμένο από εμπόλεμες καταστάσεις, διωγμούς και ξεριζωμούς, φέρει μέσα του μια φλόγα· μια φλόγα που μπορεί να γίνει φως.

Το νανούρισμα «Κοιμήσου, αγγελούδι μου» κι η βυζαντινή εικόνα της Γεννήσεως, το έργο του Θεοδωράκη κι η Ορθόδοξη Θεολογία της Ενσάρκωσης, η λαϊκή παράδοση κι οι Πατέρες της Εκκλησίας, γίνονται έτσι ένα ενιαίο σώμα, μια ενιαία φωνή, που μας καλεί, ν᾽ ανοίξουμε τις καρδιές μας· να γίνουν κι αυτές «μεγάλες σαν του Χριστού», με στόχο και προορισμό την θέωση.

Κι ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη αλήθεια, που κρύβεται μέσα σε ένα απλό νανούρισμα, ότι η μητρική αγάπη, η λαϊκή σοφία και η θεία Αποκάλυψη συνυπάρχουν μαζί στο ίδιο λίκνο, το λίκνο του ανθρώπου, που δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα» και καλείται να ζήσει «καθ’ ὁμοίωσιν».

Η Γέννηση του Χριστού, με το φως της Βηθλεέμ, μας υπενθυμίζει ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, ως Θείον Βρέφος, για να μπορέσει ο κάθε άνθρωπος, μέσα απ᾽ τον πόνο της ιστορίας και την τρυφερότητα της μητρικής φωνής, να γίνει τέκνον της Βασιλείας Του.

Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα!