Ο Άγιος Σπυρίδων Ἀνήκει στὴν ἱερὴ φάλαγγα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τῶν πρώτων αἰώνων. Γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου (και όχι στην Τριμυθούντα – σημερινή Τρεμετουσιά – όπως γράφουν πολλοί) από οικογένεια βοσκών, που ήταν κάπως εύπορη. Αν και μορφώθηκε αρκετά δεν άλλαξε επάγγελμα. Συνέχισε και αυτός να είναι βοσκός.
Σαν χαρακτήρας, ο Άγιος, ήταν απλός, αγαθός, γεμάτος αγάπη για τον πλησίον του. Τις Κυριακές και τις γιορτές, συχνά έπαιρνε τους βοσκούς και τους οδηγούσε στους ιερούς ναούς, και κατόπιν τους εξηγούσε την ευαγγελική ή την αποστολική περικοπή. Ο Θεός τον ευλόγησε να γίνεται συχνά προστάτης χήρων και ορφανών.
Γράμματα ὁ Ἅγιος δὲν ἔμαθε πολλά. Οὔτε φοίτησε σὲ ἀνώτερες Σχολές, ὅπως οἱ ἄλλοι μεγάλοι ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅμως, τὸ βιβλίο τοῦ θεοῦ, ἦταν ὁ καθημερινὸς καὶ ἀχώριστος σύντροφός του. Ὅπου πήγαινε, μαζί του τὴν ἔπαιρνε. Μαζί του στὸ σπίτι. Μαζί του καὶ ὅταν ὁδηγοῦσε τὰ πρόβατα στὴ βοσκή.
Νυμφεύθηκε ευσεβή σύζυγο και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Γρήγορα, όμως, η σύζυγός του πέθανε. Για να επουλώσει το τραύμα του ο Σπυρίδων αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στη διδαχή του θείου λόγου.
Ἡ πανθομολογουμένη ἀπὸ ὅλους εὐσέβεια καὶ ἀρετή του κατέστησε τὸν Ἅγιο σεβαστὸ καὶ ἀγαπητό, ὄχι μονάχα στὴν πόλη του, μὰ καὶ στὰ γύρω χωριά. Σ’ αὐτὸν ἔβρισκαν καταφύγιο οἱ δυστυχισμένοι. Ἔτσι, ὅταν κάποτε πέθανε ὁ ἱερέας τοῦ τόπου ἐκείνου, μικροὶ καὶ μεγάλοι μ’ ἕνα στόμα τὸν Σπυρίδωνα κάλεσαν καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ χειροτονηθεῖ ποιμένας τῶν ψυχῶν τους.
Και πράγματι, υπήρξε αληθινός ιερέας του Ευαγγελίου, έτσι όπως τον θέλει ο θείος Παύλος: «Ἀνεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητας» (Α’ προς Τιμόθεον γ’ 2-7). Δηλαδή ακατηγόρητο, προσεκτικό, εγκρατή, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, και να έχει παιδιά που να υποτάσσονται με κάθε σεμνότητα. Έτσι και ο Σπυρίδων, τόσο σωστός υπήρξε σαν ιερέας, ώστε όταν χήρεψε η επισκοπή Τριμυθούντος στην Κύπρο, δια βοής λαός και κλήρος τον εξέλεξαν επίσκοπο. Καὶ τὴν θέση αὐτὴ τίμησε καὶ δόξασε ὅσο κανένας ἄλλος ὁ ἁπλοϊκὸς βοσκός. Τὴν τίμησε καὶ τὴν δόξασε, γιατί ἦταν ὁ πράος καὶ ταπεινός. Τὰ λόγια τοῦ θείου Διδασκάλου «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πράος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια’ 29) ἦταν γι’ αὐτὸν σύνθημα ζωῆς, ἦταν καθημερινὸ βίωμα.
Από τη θέση αυτή ο Σπυρίδων προχώρησε τόσο πού στην αρετή, ώστε τον αξίωσε ο Θεός να κάνει πολλά θαύματα.
Ο Άγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 350 μ.Χ. Το λείψανό του μεταφέρθηκε για ασφάλεια λόγω επιδρομών από σαρακηνούς, από την Κύπρο στην Κωνσαντινούπολη. Έπειτα μέσω πολλών περιπλανήσεων μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα το 1456 μΧ. Στην Κέρκυρα το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται τέσσερις φορές το χρόνο. Την Κυριακή των Βαΐων για την απαλλαγή του νησιού από επιδημία πανώλης το 1629 μ.Χ. Το Μεγάλο Σάββατο γιατί το έτος 1533 μ.Χ. το νησί επλήγη από μεγάλη καταστροφή της σοδιάς των σιτηρών. Την 11η Αυγούστου για την διάσωση του νησιού από σφοδρή επιδρομή των Τούρκων το 1716 μ.Χ. και την πρώτη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου για δεύτερη επιδημία πανώλης το 1673 μ.Χ.
Θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα
1. Μια μέρα, ένας πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του Αγίου Σπυρίδωνα. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ’ ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό;
Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του, πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ’ αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Ας ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε. Στό χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο. O πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το ‘δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή.
Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ώ του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.
2. Στις αρχές του 17ου αιώνα μ.Χ. μια τρομερή ανομβρία κτύπησε τα νησιά του Ιόνιου Πελάγους. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικους της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πώς θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί; Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» (Ησαΐα, ν’ 5) φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στην εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του αγίου, ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Οι ιερείς ψέλνουν την παράκληση του αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.
Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές. «Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα». Σε λίγο, τα καράβια φτάνουν στο λιμάνι. Τα έφερε ο άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακκιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό άγιο.
Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της ώρισε κάθε Μεγάλο Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.
3. Γύρω στα 1629-30 μ.Χ. καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει ολόκληρο το νησί.
Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.
Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.
Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε Τότε, μας λέγει, πως η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πως ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.
Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673 μ.Χ. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.
Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ’, 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ’ αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ’ ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.
Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.
4. Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα – πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.
Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ’ την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ’ την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι’ αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.
Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.
Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε’, 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ’ αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.
Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.
Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ’ αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;
Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!
Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α’ Ίωάν. ε’, 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.
Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ… δόξα τω ενεργούντι δια σου… Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».
Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.
Ο όσιος Σάββας γεννήθηκε το έτος 439 μ.Χ. σε ένα χωριό που ονομαζόταν Μουταλάσκη στην περιοχή της Καισάρειας της Καππαδοκίας. Η μητέρα του ονομαζόταν Σοφία και ο πατέρας του, που ονομαζόταν Ιωάννης, ήταν στρατιωτικός. Ο μικρός Σάββας αναγκάστηκε να αποχωριστεί τους γονείς του πολύ σύντομα, λόγω του στρατιωτικού επαγγέλματος του πατέρα του, και όταν έγινε πέντε χρονών οι γονείς του μετακόμησαν στην Αλεξάνδρεια και εμπιστεύτηκαν τον γιο τους στον αδελφό του πατέρα του που ονομαζόταν Ερμείας. Επειδή ο Ερμείας τον υπεραγαπούσε, για να τον γλιτώσει από τη σύζυγό του που ήταν αυταρχική και πολύ συχνά ξέσπαγε πάνω στον μικρό Σάββα, τον μετέφερε στο σπίτι του άλλου του αδελφού του Γρηγορίου. Εκεί άρχισε να πηγαίνει στο σχολείο, ήταν από μικρός φιλομαθής και ενάρετος και μάλιστα του άρεσε να επισκέπτεται τακτικά το σπίτι του ιερέα του χωριού του , όπου έπαιζε με τα παιδιά του ιερέα, ενώ, μετά από λίγο καιρό είχε και κάποια μικρή υπηρεσία μέσα στο Ναό που του ανέθεσε ο ιερέας.
Η μονή των Φλαβιανών
Πολύ κοντά στην Μουταλάσκη, υπήρχε ένα ανδρικό μοναστήρι που ονομαζόταν Μονή των Φλαβιανών. Ο ιερέας που συμπαθούσε τον μικρό Σάββα πήγαινε συχνά στο μοναστήρι αυτό και μάλιστα έπαιρνε μαζί του και τον Σάββα. Με το καιρό ο Σάββας και ενώ ήταν οκτώ χρονών ζήτησε από τον ηγούμενο του μοναστηριού να τον κάνει μοναχό. Πράγματι μετά και από την συγκατάθεση των θείων του ο νεαρός Σάββας έγινε μοναχός. Στην μοναχική ζωή ο Σάββας αποδείχτηκε πιο σοφός από πολλούς γέροντες που ζούσαν χρόνια στο μοναστήρι. Περιφρονούσε τα υλικά αγαθά και νήστευε για πολλές μέρες.
Πάντα ήθελε να επισκεφθεί τα Ιεροσόλυμα για να δει τον τόπο που πέρασε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Έτσι αποφάσισε να ζητήσει από τον ηγούμενο του μοναστηριού να τον ευλογήσει και να φύγει. Ο ηγούμενος από την άλλη επειδή συμπαθούσε πολύ τον άγιο δεν έδινε την άδεια του για να φύγει, Ο Θεός όμως έστειλε έναν Άγγελό του ο οποίος είπε στον ηγούμενο:
– “Άφησε τον Σάββα να πάει όπου επιθυμεί”.
Το άλλο πρωί ο ηγούμενος έδωσε άδεια στον Σάββα για να αναχωρήσει και μάλιστα τον ευλόγησε.
Στα Ιεροσόλυμα
Έτσι σε ηλικία δεκαοχτώ ετών ο άγιος Σάββας πήγε στα Ιεροσόλυμα. Στην Ιερά Μονή Πασαρίωνος ζούσε ένας γέροντας που καταγόταν από την Καππαδοκία. Μόλις άκουσε την άφιξη του νεαρού μοναχού Σάββα, τον προσκάλεσε και τον φιλοξένησε. Η φήμη του ήταν τέτοια που μοναχοί από άλλα μοναστήρια έρχονταν για να τον συναντήσουν. Ο ίδιος όμως αναζητούσε να πάει στην έρημο. Παράλληλα έμαθε ότι υπήρχε στην περιοχή ο άγιος Ευθύμιος που ήταν γνωστός για την αρετή του και την σοφία του. Ζήτησε λοιπόν από τον άγιο Ευθύμιο να τον δεχθεί στην Λαύρα. Επειδή όμως ήταν νεαρός, τον έστειλε πρώτα στο κοινόβιο του Αγίου Θεόκτιστου, όπου θα έμενε συνολικά δέκα έτη. Άριστος μαθητής του ασκητισμού ο άγιος Σάββας ονομάστηκε από τον άγιος Ευθύμιο “Παιδαριογέροντας”. Ο διάβολος όμως που ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να πειράξει τον άγιο Σάββα, προσπαθούσε να σταματήσει τον ασκητικό ζήλο του αγίου με πολλούς τρόπους. Έτσι κάποιος μοναχός που ονομαζόταν Ιωάννης, όταν πέθαναν οι γονείς του ζήτησε άδεια από τον Θεόκτιστο να πάει στην Αλεξάνδρεια για να τακτοποιήσει τις κληρονομικές του υποθέσεις. Ζήτησε να τον συνοδεύσει μάλιστα ο άγιος Σάββας. Ο Θεόκτιστος πράγματι έδωσε την άδεια του και οι δύο μοναχοί πήγαν στην Αλεξάνδρεια. Εκεί ο άγιος Σάββας συνάντησε τους γονείς του οι οποίοι μόλος τον είδαν προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από τον μοναχικό βίο. Με την παρουσία των γονέων του ο διάβολος θέλησε να παρασύρει τον άγιο αλλά μάταια.
“Αν θέλετε να είστε γονείς μου μην προσπαθείτε να με βγάλετε από τον μοναχικό βίο που έχω πολύ καιρό επιλέξει”.
Ο ερημίτης
Όταν ο άγιος Σάββας βρίσκεται σε ηλικία τριάντα χρονών είναι πια δοκιμασμένος στην μοναστική ζωή. Σε αυτή λοιπόν την ηλικία θέλησε να αναχωρήσει για την έρημο. Στο μεταξύ ο Θεόκτιστος πέθανε και ο άγιος Ευθύμιος επέλεξε στη θέση του τον Λογγίνο. Από τον Λογγίνο λοιπόν ζήτησε την άδεια να αναχωρήσει για την έρημο. Εκείνος ζήτησε αμέσως τον γνώμη του αγίου Ευθυμίου ο οποίος και συναίνεσε και έτσι ο Λογγίνος του έδωσε την άδεια και την ευλογία του. Ο άγιος Σάββας βρήκε μία σπηλιά που βρισκόταν νότια του μοναστηριού και κατοικούσε χωρίς να τρώει όλη την εβδομάδα εκτός του Σαββάτου, όπου πήγαινε στον μοναστήρι και την Κυριακή επέστρεφε στην σπηλιά του. Ο άγιος Ευθύμιος συγκινήθηκε από την συμπεριφορά αυτή του αγίου και τον πήρε στη συνοδεία του μαζί με τον Δομετιανό, με τον οποίο και ασκήτευαν. Κάθε χρόνο μετά τα Θεοφάνεια οι τρεις τους πήγαιναν στην έρημο και έμεναν εκεί έως και την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η διαδρομή που ακολούθησαν ήταν μέσα από την καυτή άμμο και χωρίς νερό πουθενά στο διάβα τους. Κάποια στιγμή λοιπόν ο άγιος Σάββας έπεσε κάτω και φαινόταν σαν να πέθανε. Ο άγιος Ευθύμιος βλέποντας τον άγιο Σάββα να χάνει τις αισθήσεις του και να βρίσκεται πεσμένος στη γη προσευχήθηκε λέγοντας:
– “Δέσποτα Κύριε ευσπλαχνίσου τον δούλον Σου και δώσε μας νερό για να μην πεθάνει”.
Αμέσως μετά ο άγιος Ευθύμιος χτύπησε τρεις φορές τη γη. Βγήκε δροσερό και πόσιμο νερό που ήπιε ο άγιος Σάββας και συνέχισαν την πορεία τους. Μετά την κοίμηση του αγίου Ευθυμίου, αποσύρεται στην έρημο του Ιορδάνη όπου ασκητεύει τότε και ο Μέγας Γεράσιμος. Εκεί λοιπόν ο άγιος Σάββας πειραζόταν από τον διάβολο συνεχώς. Κάποια μέρα μάλιστα που είχε ξαπλώσει για να ξεκουραστεί είδε να τον περιτριγυρίζουν φίδια και σκορπιοί. Κατάλαβε αμέσως ότι ήταν του διαβόλου και αφού προσευχήθηκε εξαφανίστηκαν. Άλλη μέρα πάλι είδε μπροστά του ένα τεράστιο λιοντάρι να βρυχάται και να τον απειλεί ότι θα τον καταβροχθίσει. Ο άγιος βλέποντας το θέαμα και ξέροντας τα παιχνίδια του διαβόλου είπε:
– “Αν έχεις εξουσία από τον Θεό εναντίον μου, να ξέρεις ότι είμαι έτοιμος να με φας. Αν όχι να ξέρεις ότι άδικα βρυχάσαι και με τη δύναμη του Κυρίου μπορώ να σε κατατροπώσω”.
Μετά από αυτά τα λόγια το λιοντάρι εξαφανίστηκε.
Σε ηλικία σαράντα ετών ο άγιος εγκαταστάθηκε σε μία μικρή σπηλιά κοντά σε μια πηγή νερού την οποία ονόμαζαν επτάστομο. Έτρωγε μόνο χόρτα, ενώ κατά θεία βούληση κάποιοι Αγαρηνοί του έφερναν τροφή. Εκεί έμεινε ο άγιος πέντε χρόνια προσευχόμενος, ενώ η φήμη του είχε αρχίσει να εξαπλώνεται παντού. Άρχισαν να καταφθάνουν στο μέρος εκείνο πολλοί ευλαβείς άνθρωποι και μάλιστα τόσοι πολλοί που χρειάστηκε να κατασκευαστεί Λαύρα και να καλλιεργηθεί η γη για να μπορούν όσοι καταφθάνουν να φιλοξενούνται εκεί. “Επειδή οι γύρω αναχωρητές ζήτησαν να τεθούν υπό την χειραγωγία του, άρχισε να οικοδομεί κελιά στην δεξιά πλευρά του χειμάρρου. Ήταν από τα πρώτα, της μέχρι σήμερα ονομαστής Λαύρας. Έπειτα έκτισε εκκλησία, που την ονόμασε “θεόκτιστο”, επειδή η κοιλότητα του βράχου, μέσα στην οποία χτίστηκε, φαινόταν σαν κατασκευασμένη από θείο χέρι. Σ’ αυτήν ετελείτο τα Σαββατοκύριακα η λειτουργία, οσάκις υπήρχε ιερέας”.
Ο τόπος των δαιμόνων
Την εποχή που ζούσε ο άγιος Σάββας, πολύ μακρυά από το Μοναστήρι της Λαύρας, υπήρχε κάποιο βουνό που ονομαζόταν Καστέλλι. Το Καστέλλι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ανθρώπων αφού ήταν φωλιά δαιμόνων. Κανείς άνθρωπος δεν πλησίαζε στο Καστέλλι γιατί υπήρχαν αμέτρητοι δαίμονες που έκαναν άγριους θορύβους και τρομοκρατούσαν τον τόπο.
Ο άγιος όμως που το πληροφορήθηκε αποφάσισε να πάει στο Καστέλλι και να διαβεί από εκεί που οι δαίμονες είχαν “απαγορεύσει” την είσοδο ανθρώπου. Κάποια στιγμή λοιπόν ξεκίνησε για το βουνό. Είχε πάρει μαζί του λάδι από του Αγίους Τόπους για βοήθεια και φθάνοντας κοντά στον άγριο βουνό άρχισε να ραντίζει με αυτό τη γη από όπου περνούσε, ενώ σε όλη τη διαδρομή προσευχόταν με δάκρυα στα μάτια. Μόλος οι δαίμονες αντιλήφθηκαν την παρουσία του θέλησαν να τον τρομάξουν και εξαπέλυσαν άγριες επιθέσεις εναντίον του. Λέγεται ότι την ώρα που βρισκόταν στο βουνό, αυτό τρανταζόταν από φοβερούς αέρηδες και μαζί του συνταρασσόταν και όλη η τριγύρω περιοχή. Ο άγιος αντίκρυσε μπροστά του τις απόκοσμες μορφές που έπαιρναν οι δαίμονες με σκοπό να τον τρομάξουν. Οι ήχοι που έβγαζαν ακούγονταν πολύ μακριά, ενώ ο ίδιος ο άγιος έμενε ατάραχος και σταθερός. Βλέποντας λοιπόν οι δαίμονες την σταθερότητά του και την αφοβία του, σταμάτησαν. Μάλιστα αφού κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να αποτρέψουν τον άγιο και να τον διώξουν άρχισαν να παραδέχονται ότι οι δυνάμεις τους ήταν λίγες μπροστά στον άγιο και του έλεγαν:
– “Δεν σου έφτανε Σάββα η σπηλιά, η πέτρα, ο χείμαρρος; Δεν σου έφθανε η τεράστια έρημος που κατοίκησες και περπάτησες; Γιατί ήρθες στο βουνό μας; Ήρθες να μας βγάλεις από το σπίτι μας έχοντας σύμμαχό σου και προστάτη σου τον Θεό. Νσα μάθεις λοιπόν ότι εμείς αποφασίσαμε να φύγουμε από εδώ”. Στην συνέχεια ακούστηκε αλαλαγμός και κραυγές. Τρομεροί κρότοι συντάραξαν την περιοχή και οι κάτοικοι των τριγύρω περιοχών νόμιζαν ότι κάπου εκεί κοντά διεξαγόταν ένας πόλεμος. Βράδυ έφυγαν λοιπόν οι δαίμονες από το Καστέλλι και το πρωί κάποιοι από τους ποιμένες που ήταν κοντά στο βουνό ξεκίνησαν να πάνε να δουν τι είχε συμβεί όλη αυτή τη φοβερή νύχτα που δεν έκλεισαν μάτι από τον φόβο τους. Μόλις έφθασαν κοντά στο σημείο που βρισκόταν ο άγιος, ταραγμένοι καθώς ήταν έκατσαν κοντά του για να τους εξηγήσει τι είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα. Ο άγιος τους καθησύχασε και άρχισε να ψέλνει την ευχή ενάντια στα πονηρά πνεύματα.
Μάλιστα στο σημείο εκείνο έκτισε και ένα μοναστήρι όπου προσήλθαν πάρα πολλοί ασκητές.
Η φιλανθρωπία του
Όταν στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων πατριάρχης ήταν ο Ηλίας, ο άγιος Σάββας ήταν υπόδειγμα φιλανθρωπικής και κοινωνικής προσφοράς για τους συνανθρώπους του. Προσπαθούσε πάντα να βρίσκει τρόπους ώστε να βοηθάει αποτελεσματικά τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους συνανθρώπους της περιοχής του. Σε δική του πρωτοβουλία οφείλεται το γεγονός ότι δημιουργήθηκαν μοναστήρια, νοσοκομεία, υδραγωγεία, αρτοποιεία και άλλα που ήταν χρήσιμα για την περίθαλψη, την προστασία, και την ψυχική και πνευματική υγεία. Όλοι οι φτωχοί της περιοχής του αλλά και από άλλες περιοχές που μάθαιναν για την ύπαρξη του αγίου πρόστρεχαν στα μέρη που διάβαινε με σκοπό να του δείξουν την ευγνωμοσύνη τους και την αγάπη τους, για όλα αυτά που έκανε για εκείνους.
Οι ληστές που τον αγάπησαν
Δεν είχε περάσει πολύς καιρός και η καινούργια κατοικία του άρχισε να γίνεται γνωστή. Πολλοί μοναχοί που έμαθαν που κατοικεί ο άγιος έτρεξαν κοντά του. Από τους πρώτους που βρέθηκαν κοντά του ήταν κάποιος που ονομαζόταν Βασίλειος. Ο Βασίλειος ήταν ένας πλούσιος νέος που με παραδειγματική ταπείνωση παραδόθηκε στην υπακοή του άγιου. Μια νύχτα, που βρίσκονταν στην σπηλιά, τους κύκλωσαν κάποιοι ληστές με σκοπό να τους πάρουν ότι χρήματα είχαν επάνω τους. Αφού τους έψαξαν και δεν βρήκαν καθόλου χρήματα τους άφησαν και έφυγαν. Μπορεί να ήταν ληστές αλλά όπως όλοι όσοι συναντούσαν τον άγιο, θαύμασαν την αγιότητά του. Συζητούσαν φεύγοντας για τον άγιο όταν ξαφνικά τους ζώσουν άγρια λιοντάρια που είναι έτοιμα να τους κατασπαράξουν. Ξέρουν ότι είναι κοντά στον θάνατο και επικαλούνται το όνομα του αγίου:
– “Με τις ευχές του μοναχού Σάββα, να μη μας βλάψετε”.
Τότε τα λιοντάρια αλλάζουν κατεύθυνση και απομακρύνονται από κοντά τους. Οι ληστές γεμάτοι ευγνωμοσύνη προς τον άγιο, επιστρέφουν πίσω για να τον συναντήσουν και για να του αναφέρουν εκείνο που είχε συμβεί κατά την αναχώρησή τους.
Από το περιστατικό αυτό και μετά η φήμη του αγίου απλώθηκε παντού και επειδή καταλάβαινε ότι τον επαινούσαν και του έδειχναν τον θαυμασμό τους, έφυγε από το μοναστήρι. Δεν άφησε πίσω του καμία εκκρεμότητα, αφού οι πολλοί μοναχοί που είχαν συγκεντρωθεί θα έπρεπε να έχουν κάποιον να τους καθοδηγεί. Έτσι έκανε ηγούμενό τους κάποιον μοναχό που ονομαζόταν Ταράσιος και αναχώρησε για την έρημο.
Οι αμετανόητοι συκοφάντες
Ο άγιος βρισκόταν και πάλι μόνος να προσεύχεται στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό στην έρημο. Οι μοναχοί, οι οποίοι με την συμπεριφορά τους ουσιαστικά είχαν διώξει τον άγιο από το Μοναστήρι της Λαύρας, εξακολουθούσαν να σπέρνουν από εδώ και από εκεί συκοφαντίες εις βάρος του. Έφτασαν μάλιστα στο ελεεινό σημείο να διαδώσουν σε όλα τα μοναστήρια ότι τον γέροντα μοναχό Σάββα τον είχαν φάει τα θηρία. Οι περισσότεροι βέβαια που άκουγαν τις διαδόσεις πίστεψαν, ότι ο άγιος δεν ζούσε πια. Μάλιστα οι ίδιοι οι συκοφάντες του αγίου τόλμησαν να πάνε στον πατριάρχη των Ιεροσολύμων και του είπαν:
– “Άγιε Δέσποτα, συμβαίνει κάτι φοβερό. Τον ηγούμενό μας τον γέροντα Σάββα τον έφαγαν τα θηρία κοντά στην Νεκρή Θάλασσα. Έτσι μετά από αυτό θα θέλαμε ένα καινούργιο ηγούμενο”.
Ο πατριάρχης όμως έχοντας γεμίσει απορία για την απώλεια ενός ανθρώπου του Θεού τους είπε:
– “Δεν πιστεύω ότι ο Θεός άφησε έναν γέροντα τέτοιο άγιο άνδρα να τον κατασπαράξει ένα θηρίο”.
Οδεύοντας προς τον Κύριο
Ο άγιος Σάββας τον χειμώνα του έτους 533 μ.Χ., αρρώστησε, ενώ ήταν ήδη 94 ετών. Μετά από λίγες ημέρες ο Κύριος τον ειδοποιεί, ότι θα τον πάρει κοντά Του. Ο άγιος φεύγει λοιπόν από τα Ιεροσόλυμα, όπου είχε πάει μετά από την επιμονή του πατριάρχη Πέτρου, για να καλυτερεύσει η υγεία του, και επιστρέφει στο μοναστήρι. Εκεί θα παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο. Στην κηδεία του συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος. Ανάμεσά στους πολλοί κληρικοί, μοναχοί και βέβαια ο ίδιος ο Πατριάρχης με συνοδεία αρχιερέων. Ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Λαύρας.
Το Ιερό Λείψανο
Το ιερό Λείψανο του αγίου Σάββα βρισκόταν στην Ιερά Μονή της Λαύρας, τον καιρό της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μετά το συναντάμε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ την εποχή των λατίνων σταυροφόρων, του 13ου αιώνα, στη Βενετία. Το 1965 το ιερό λείψανο δόθηκε από την Παπική Εκκλησία στον πατριάρχη Ιεροσολύμων Βενέδικτο. Μάλιστα στις 25 Οκτωβρίου 1965 πέρασε από το αεροδρόμιο του Ελληνικού στην Αθήνα το αεροπλάνο που μετέφερε το ιερό λείψανο του αγίου. Στο αεροπλάνο ανέβηκαν και προσκύνησαν το ιερό λείψανο από τους πρώτους και ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Β’. Μάλιστα την επόμενη ημέρα το αεροπλάνο προσγειώθηκε στα Ιεροσόλυμα, όπου το ιερό λείψανο υποδέχθηκαν με τιμές και μεγάλη ευλάβεια ο κλήρος και ο λαός. Τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό του Παναγίου Τάφου για προσκύνημα και μερικές μέρες αργότερα τοποθετήθηκε στο μοναστήρι του.
Πανηγυρικά, με κάθε τιμή και με μεγάλη συμμετοχή πιστών εόρτασε η ενορία μας τον προστάτη της Άγιο Απόστολο Ανδρέα τον πρωτόκλητο στον οποίο είναι αφιερωμένη. Είχαμε την ευκαιρία και τη μεγάλη ευλογία να προσκυνήσουμε τμήμα ιερού λειψάνου του Αγίου που έφερε από την Στοκχόλμη ο ιερέας μας πάτερ Σωσίπατρος.
Είχαμε επίσης την ευλογία να πάρουμε λάδι και αγιασμό που έφερε ενορίτισσα από τον ιερό ναό Αγίου Ανδρέα Πατρών και την ευχαριστούμε πολύ.
Τιμώντας τη μνήμη του Αγίου Ανδρέα συμμετείχαμε όλοι μαζί σε κοινό τραπέζι με πλούσια ποικιλία σπιτικών φαγητών και γλυκών που ετοίμασαν και μοιράστηκαν όλοι οι πιστοί.
Όσα αναφέρονται στον άγιο απόστολο του Χριστού, Ανδρέα τον πρωτόκλητο βασίζονται σε αρχαίες πηγές. Για την περίοδο μέχρι την Πεντηκοστή στα ιερά Ευαγγέλια και τις Πράξεις των Αποστόλων. Για τη μετέπειτα δράση και το μαρτύριό του, σε παλαιά γραπτά μνημεία και την εκκλησιαστική παράδοση. Εκτός λοιπών από τις πληροφορίες της Καινής Διαθήκης, τις οποίες θα μνημονεύσουμε στη συνέχεια, για το άγιο μας αρυόμαστε τα σχετικά από: α. Τις Πράξεις και μαρτύριον του αγίου αποστόλου Ανδρέου, έργο του 2ου αιώνος, αγνώστου συγγραφέως ή του Λευκίου. Κατ’ άλλους πρόκειται περί εγκυκλίου των πρεσβυτέρων της Αχαΐας. β. Τις Πράξεις Ανδρέου και Ματθία εις την πόλιν των ανθρωποφάγων, που επίσης αποδίδονται στον Λεύκιο. γ. Το έργο Περί του βίου, των πράξεων και της τελευτής του αγίου Ανδρέου του πρωτόκλητου, που συνέγραψε ο μοναχός και πρεσβύτερος Επιφάνιος (περί το 1015) και περιέχεται στην “Ελληνική Πατρολογία” του J. – P. Migne (τόμος 120, 216–260). δ-ε. Το έργο “Πράξεις και Περίοδοι του αγίου αποστόλου και πανευφήμου Ανδρέου” εγκωμίω συμπεπλεγμέναι και το έργο, “Μαρτύριο του αγίου αποστόλου Ανδρέου” που στηρίζονται σε κώδικες του 11ου – 12ου αιώνα (και εκδόθηκαν από τον Bonnet). στ. Το έργο Passio sancti Andreae apostoli στη λατινική γλώσσα. ζ. Το Συναξάριο της 20ης Νοεμβρίου με το Υπόμνημα εις τον άγιον απόστολον Ανδρέαν τον πρωτόκλητον. Και τέλος η. Την υμνολογία (Εσπερινού και Όρθου) της εορτής του.
Με τη σύνθεση της ζωής, της δράσεως, της διδασκαλίας, του μαρτυρίου, τις περιπέτειες των ιερών λειψάνων και την επανακομιδή της τιμίας κάρας του στην Πάτρα (1964) έχουν ασχοληθεί κατά τα νεότερα χρόνια δόκιμοι συγγραφείς, πατρεύς (1899), ο Π. Ν. Τρεμπέλας (1956). ο αρχιμ. Φώτιος Σ. Κωνσταντινίδης (1971) και ο Χρ. Μ. Ενιολείδης (1975, 1978), τα έργα των οποίων λάβαμε υπόψη κατά τη σύνταξη του παρόντος.
Η κλήση του στο αποστολικό έργο
Ο Ανδρέας ήταν γιος του Ιωνά. Γεννήθηκε στη Βησθαϊδά της Γαλιλαίας. Τόσο ο πατέρας του, όσο και ο ίδιος, καθώς και ο μεγαλύτερος σε ηλικία αδελφός του Πέτρος ήταν ψαράδες. Και ναι μεν δεν είχαν τη δυνατότητα να μάθουν πολλά γράμματα, δεν παρέλειψαν όμως να μάθουν πολλά γράμματα, δεν παρέλειψαν όμως να καλλιεργήσουν τη θρησκευτική τους πίστη, ως ευσεβείς Ισραηλίτες. Γι’ αυτό και παρακολουθούσαν τακτικά τα κηρύγματα του Ιωάννου του Βαπτιστού και ανήκαν στο στενό κύκλο των μαθητών του.
Αντίθετα με τον αδελφό του Πέτρο ο Ανδρέας δεν είχε νυμφευθεί. Μυ έχοντας λοιπόν δική του οικογένεια έφυγε από τη Βηθσαϊδά και κατοικούσε με τον έγγαμο αδελφό του στην Καπερναούμ (Μάρκ. 1,29). Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος που είχε προσκολληθεί περισσότερο στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και αξιώθηκε μαζί με τον Ιωάννη, το μετέπειτα αγαπημένο μαθητή του Κυρίου, να γνωρίσει πρώτος τον Μεσσία Χριστό. Ιδού πως περιγράφει το ιερό Ευαγγέλιο αυτή τη θεία γνωριμία:
Την άλλη μέρα, ο Ιωάννης (Βαπτιστής) στεκόταν πάλι με δύο από τους μαθητές του και καθώς είδε τον Ιησού να προσπερνάει, είπε: “Αυτός είναι ο αμνός του Θεού”. Οι δύο μαθητές τον άκουσαν να το λέει και ακολούθησαν τον Ιησού. Ο Ιησούς γύρισε και, βλέποντάς τους να τον ακολουθούν, τους είπε: “Τι θέλετε;”. Κι αυτοί του απάντησαν: “Ραββί – που σημαίνει διδάσκαλε – που μένεις;”. Ελάτε και θα δείτε“, του λέει. Πήγαν λοιπόν, και είδαν που μένει, κι εκείνη την ημέρα έμειναν κοντά του, η ώρα ήταν περίπου τέσσερις το απόγευμα. Ο ένας από τους δύο που άκουσαν τα λόγια του Ιωάννη κι ακολούθησαν τον Ιησού ήταν ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνος Πέτρου. Βρίσκει σε λίγο τον αδελφό του το Σίμωνα και του λέει: ”Βρήκαμε το Μεσσία“ – που σημαίνει το Χριστό. Και τον έφερε στον Ιησού. Ο Ιησούς τον κοίταξε καλά και του είπε: ”Εσύ είσαι ο Σίμων, ο γιος του Ιωνά, εσύ θα ονομαστής Κηφάς” – που σημαίνει Πέτρος (Ιω. 1, 35–43).
Ακολούθησε η κλήση τους στο αποστολικό αξίωμα, όπως το περιγράφει ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος: Καθώς ο Ιησούς περπατούσε στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας, είδε δύο αδέλφια, το Σίμωνα, που τον έλεγαν και Πέτρο, και τον αδελφό του τον Ανδρέα, να ρίχνουν τα δίχτυα στη λίμνη, γιατί ήταν ψαράδες. “Ακολουθήστε με”, τους λέει, “και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων”. Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν (4, 18–20), και το επαναλαμβάνει ο ιερός Μάρκος (1, 16–18).
Το όνομα του Ανδρέα μνημονεύεται ακόμα και στις εξής περιπτώσεις στην Καινή Διαθήκη: Στον Κατάλογο των αποστόλων (Ματθ. 10,2. Μάρκ. 3,18. Λουκ. 5,14 και Πράξ. 1, 13). Όταν μαζί με τους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη ρώτησε τον Ιησού πότε θα γίνουν αυτά και ποιο είναι το σημάδι που θα αναγγείλει τη συντέλεια όλων αυτών (Μάρκ. 13,4), τότε που ο Κύριος είχε προαναγγείλει την καταστροφή του ναού του Σολομώντα. Επίσης όταν ενημέρωσε τον Ιησού Χριστό, εκεί στην έρημο, ότι είναι εδώ ένα παιδί που έχει πέντε κρίθινα ψωμιά και δύο ψάρια, αλλά τι είναι αυτά για τόσους ανθρώπους; (Ιω. 6, 9). Και τέλος όταν μερικοί Έλληνες ζήτησαν να δουν τον Ιησού: Αυτοί λοιπόν πήγαν στο Φίλιππο, και τον παρακαλούσαν με αυτά τα λόγια: “Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού”. Πηγαίνει ο Φίλιππος και το λέει στον Ανδρέα. Έπειτα έρχονται ο Ανδρέας και ο Φίλιππος και το λένε στον Ιησού. Ο Ιησούς τότε τους απάντησε: “Ήρθε πια η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου” (Ιω. 12, 21–23).
Η αποστολική δράση του στη Σινώπη και την Αμισό
Και ενώ είναι γεγονός ότι στο βιβλία της Καινής Διαθήκης δεν γίνεται άλλη ονομαστική αναφορά στον απόστολο Ανδρέα, εντούτοις είναι βέβαιο ότι και αυτός, όπως και οι λοιποί απόστολοι, ακολούθησε τον Ιησού Χριστό σε όλες τις δραστηριότητες του κατά την τριετή δημόσια διδασκαλία του και άκουσε τις άκουσε τις οδηγίες του όταν τους έλεγε να πορευτούν για να κάνουν μαθητές του όλα τα έθνη, βαφτίζοντας τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και να τους διδάξουν να τηρούν όλες τις εντολές που τους είχε δώσει (Ματθ. 28, 19–20). Μετά δε την Ανάληψη του Κυρίου και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής (Πράξ. 2, 1–4), αφού για μεγάλο διάστημα παρέμεινε και ο Ανδρέας στην Ιερουσαλήμ κηρύσσοντας το λόγο του Θεού, όπως οι λοιποί απόστολοι, έλαβε χώραν ο λιθοβολισμός του πρωτομάρτυρος αγίου Στεφάνου, η κλήση στο αποστολικό αξίωμα του Παύλου και δο διωγμός των χριστιανών. Τότε ακολούθησε η διασπορά των Δώδεκα αρχικά στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ και της Παλαιστίνης και στη συνέχεια οι αποστολικές περιοδείες σε όλο το γνωστό τότε κόσμο, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων (δηλαδή και ο Κύριος συνεργούσε μαζί τους κι επιβεβαίωνε το κήρυγμά τους με τα θαύματα που το συνόδευε – Μάρκ. 16, 20).
Στο απόστολο Ανδρέα έλαχε η περιοχή των παραλίων του Ευξείνου Πόντου και της Σκυθίας. Σύμφωνα λοιπόν με αναφορές που γίνονται στις πηγές του βίου του, ο άγιος μας κήρυξε στη Νίκαια, τη Νικομήδεια, τη Βιθυνία, τη Γοτθία, τη Σεβαστούπολη, την Αμισό (Σαμψούντα), την Τραπεζούντα, την Ηράκλεια, την Αμόστριδα, τη Σινώπη, και το Βυζάντιο (μετέπειτα Κωνσταντινούπολη). Εκχριστιάνισε επίσης τους αρχαίους λαούς Αλανούς, Αβασγούς, Ζηκχούς, Βοσπορινούς και Χερσονίτες, για να καταλήξει – δια της Θράκης, Μακεδονίας και Θεσσαλίας – στην Αχαΐα και να μαρτυρήσει στην Πάτρα.
Στις αποστολικές του περιοδείες συνοδευόταν πάντοτε από τον απόστολο Ματθία, ενώ περιόδευε και με τον αδελφό του Πέτρο. Ιδιαίτερα σημαντική και καρποφόρα υπήρξε η δράση του στις πόλεις Σινώπη και Αμισό, όπου συνέστησε χριστιανικές κοινότητες, παρόλο που οι κάτοικοί τους ήταν διαιρεμένοι μεταξύ τους, εξαιτίας των διαφορετικών θρησκειών, και είχαν “ανήμερον το ήθος και τον τρόπον βάρβαρον”, τόσο που να αποκαλούνται “ανθρωποφάγοι”. Στη Σινώπη μάλιστα μερικοί από αυτούς συνέλαβαν τον Ματθία, τον φυλάκισαν και είχαν σκοπό να θέσουν τέρμα στη ζωή του. Ο απόστολος όμως Ανδρέας τον ελευθέρωσε θαυματουργικά και έφυγε μαζί και με άλλους μαθητές του, πηγαίνοντας “εις την Αμισηνών πόλιν παρά την θάλασσαν του Ευξείνου κειμένην”, όπου φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Δομετιανού, ιουδαίου στην πίστη. Κηρύττοντας στην πόλη αυτή ίδρυσε χριστιανική κοινότητα, καθιέρωσε υθσιαστήριο και χειροτόνησε πρεσβυτέρους και διακόνους, κάποιους άνδρες απ’ αυτούς που είχαν πιστέψει και βαπτιστεί και ήταν άξιοι για το λειτούργημα της ιερωσύνης.
Στη συνέχεια κήρυξε σε χωριά και πόλεις της χώρας του Πόντου, ιδιαίτερα στην Τραπεζούντα. Κατόπιν επισκέφθηκε την περιοχή των Ιβήρων και αφού περασε “τα της Παρθικής χώρας μέρη”. πήγε στα Ιεροσόλυμα για να συναντήσει τους άλλους αποστόλους και να συνεορτάσει το Πάσχα και την Πεντηκοστή. Επιστρέφοντας μέσω Αντιοχείας, πέρασε και από την Έφεσο. Έπειτα κήρυξε στη Λαοδίκεια της Φρυγίας, την Οδυσσούπολη της Μυσίας, τη Νικομήδεια, την Καλχηδόνα και κατέληξε για δεύτερη φορά στη Σινώπη.
Όταν οι κάτοικοι της πόλης αυτής πληροφορήθηκαν την άφιξή του, θύμωσαν, συγκεντρώθηκαν και “θηριωδώς ώρμησαν κατ’ αυτού”. Τον συνέλαβαν και του είπαν: Αυτά που μας έκανες, θα σου κάνουμε και εμείς. Και του θύμισαν τον τρόπο με τον οποίο είχε θαυματουργικά ελευθερώσει τον φυλακισμένο Ματθία. Αφού συσκέφθηκαν, αποφάσισαν να τον δέσουν από τον τράχηλο με χοντρό σχοινί και να τον διασύρουν στις πλατείες και τα στενά της πόλεως και όταν πεθάνει να μοιράσουν και να φάνε το σώμα του!
Τον υπέβαλαν σ’ αυτό το φρικτό μαρτύριο και ’αι σάρκες αυτού εκολλώντο εν τη γη και το αίμα αυτού έρρεεν ώσπερ ύδωρ εις την γην“. Όμως ο άγιος Ανδρέας δεν πέθανε. Γι’ αυτό τον έριξαν στη φυλακή. Το άλλο πρωί τον υπέβαλαν στο ίδιο μαρτύριο, πράγμα που επανέλαβαν και το επόμενο πρωινό. Η εξάντλησή του ήταν τέτοια ώστε οι ”ανθρωποφάγοι“ της Σινώπης να σκέπτονται αν την άλλη μέρα θα τον βρουν ζωντανό, αφού είχε ατονήσει και οι σάρκες του είχαν ”δαπανηθεί”.
Την νύχτα όμως εκείνη “παρεγένετο ο Κύριος εν τη φυλακή” και απλώνοντας το χέρι του είπε στον Ανδρέα: “Δος μοι την χείρα σου και ανάστα υγιής”. Και, ω του θαύματος, ο Ανδρέας έγινε τελείως υγιής, ενώ συγχρόνως ξέσπασε κατακλυσμός αλμυρών υδάτων που έπνιξε πολλούς και απείλησε ολόκληρη την πόλη. Οι κάτοικοι της Σινώπης, μπροστά στον κίνδυνο, κατάλαβαν το λάθος τους και έσπευσαν να ζητήσουν τη βοήθεια του Θεού του Ανδρέα. Ο οποίος ζήτησε και ο Κύριος κατέπαυσε τον κατακλυσμό. Έτσι, “εξήλθε Ανδρέας εκ της φυλακής και τότε πας ο όχλος ιδών αυτόν εβόων άπαντες ελέησον ημάς”.
Ο απόστολος Ανδρέας αξιοποίησε την ευκαιρία, κήρυξε ελεύθερα, χειροτόνησε διακόνους και πρεσβυτέρους και έφυγε για την Τραπεζούντα. Αργότερα και αφού “κατέσπειρεν εν Βοσπόρω τα θεία λόγια, πολλούς προς καρποφορίαν επιτηδείους κατέστησεν”. Επόμενος σταθμός του το Βυζάντιο, όπου χειροτόνησε και εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο τον Στάχυ. Γι’ αυτό και ιδρυτής της Εκκλησίας της πόλεως αυτής (μετέπειτα Κωνσταντινουπόλεως) είναι ο πρωτόκλητος μαθητής του Κυρίου, ο απόστολος Ανδρέας. Και το οικουμενικό Πατριαρχείο την ημέρα της μνήμης του ιδρυτού της τιμά τη θρονική εορτή του (30 Νοεμβρίου)
Η μετάβασή του στην Πάτρα
Φεύγοντας από το Βυζάντιο πήγε στην Ηράκλεια, πόλη της Θράκης, όπου κήρυξε το μήνυμα του Ευαγγελίου. Λίγες ημέρες μετά αναχώρησε και περνώντας από πόλεις και χωριά της Μακεδονίας “κήρυττε, νουθετούσε, θεράπευε αρρώστους χειροτονούσε ιερείς και πολλούς καθοδηγούσε προς το δρόμο της σωτηρίας”, όπως αναφέρεται στις “Πράξεις Ανδρέου και Ματθία…”.
Αφού διήλθε κατόπιν τη Θεσσαλία και τη σημερινή Στερεά Ελλάδα έφτασε στην Πάτρα, πόλη ονομαστή τότε για του ναούς και τα αγάλματα, πόλη που ήταν η πολυανθρωπότερη στην Ελλάδα, την υποδουλωμένη στους Ρωμαίους. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Σωσσίου, τον οποίο θεράπευσε από ανίατη ασθένεια, με επίθεση των χειρών του, και τον έκανε μαθητή του. Η φήμη του θαύματος διαδόθηκε στην πόλη και έφτασε στην ακοή και του ανθυπάτου που λεγόταν Λέσβιος. Όντας φανατικός ειδωλολάτρης θεώρησε τον απόστολο Ανδρέα ως “μάγον και απατεώνα”, σχεδίαζε δε να τον συλλάβει και να τον θανατώσει. Τη νύχτα όμως, εντελώς απρόσμενα, αρρώστησε βαριά και παρέμεινε για πολλές ώρες άφωνος. Όταν κάπως συνήλθε, διέταξε άντρες της φρουράς του να αναζητήσουν τον Ανδρέα και να τον οδηγήσουν κοντά του. Μόλις η διαταγή του εκτελέσθηκε, με δάκρυα στα μάτια ο ανθύπατος τον παρακάλεσε με τούτα τα λόγια: “Άνθρωπε ξένε και γνώστα ξένου Θεού, ελέησον άνθρωπον πεπλανημένον και ταις των αμαρτημάτων κηλίσι κατεστιγμένον”.
Ο απόστολος Ανδρέας δεν έμεινε ασυγκίνητος από τα δάκρυα του ανθυπάτου. Μετά από σύντομη θερμή προσευχή στον Ιησού Χριστό, επέθεσε το χέρι του στο σώμα του ασθενούς και τον θεράπευσε, βοηθώντας τον συνάμα να σηκωθεί υγιής από το κρεβάτι του. Όπως ήταν επόμενο το νέο αυτό θαύμα διαδόθηκε αστραπιαία στην Πάτρα. Και όσοι είχαν ασθενείς στις οικογένειές ους τους έφερναν στον απόστολο του Χριστού Ανδρέα.
Εκείνος, “επιθείς τας χείρας εφ’ εκάστω αυτών, παρευθύς πάντας ιασάτο”. Η θαυματουργική αυτή δράση του, συνδυασμένη με το σωτήριο κήρυγμά του και την αγιότητα που ο ίδιος εξέπεμπε, προσείκλυε πολλού ειδωλολάτρες στη χριστιανική πίστη και το Βάπτισμα. Ανάμεσά τους και ο ανθύπατος Λέσβιος. Οι χριστιανοί διαρκώς πληθύνονταν και η Πάτρα απέκτησε μια πολυάριθμη χριστιανική κοινότητα.
Η θεραπεία της συζύγου του ανθυπάτου
Τα νέα όμως έφτασαν και στην Ρώμη, της οποίας ο αυτοκράτορας, επηρεαζόμενος και από εισηγήσεις επιτηδείων συμβούλων, θεώρησε τον ανθύπατο της Αχαΐας ως ανίκανο. Τον έπαυσε λοιπόν από το αξίωμά του και έστειλε στην Πάτρα ως αντικαταστάτη του τον Αιγεάτη. Ο Λέσβιος δεν στενοχωρήθηκε για το γεγονός. Αντίθετα χάρηκε διότι ήταν πλέον ελεύθερος να ακολουθεί τον απόστολο Ανδρέα σε όλες τις ιεραποστολικές του εξορμήσεις “εν πάση τη της Αζαΐας περιχώρω” και να τον βοηθάει στον θείο κήρυγμα.
Σύζυγος του νέου ανθυπάτου ήταν η Μαξιμίλλα, η οποία πρέπει να είχε κάποια θετική στάση απέναντι στη νέα θρησκεία. Διότι, μόλις εγκαταστάθηκε στην Πάτρα και πληροφορήθηκε τα σχετικά με τη δράση του αποστόλου Ανδρέα, έστειλε στο σπίτι του Σωσσίου, όπου διέμενε ο απόστολος, μια έμπιστη θεραπαινίδα ή συγγενή της (την Ιφιδάμα ή Εφιδαμία), προκειμένου να μάθει περισσότερα. Προτού όμως μπορέσει και η ίδια να γνωρίσει τον απόστολο του Χριστού όπως επιθυμούσε, αρρώστησε βαριά. Οι γιατροί της Πάτρα, παρά τις προσπάθειες που κατέλαβαν, δεν κατάφεραν να τη θεραπεύσουν. Τότε η ίδια σκέφθηκε τον απόστολο Ανδρέα. Έστειλε και τον κάλεσαν. Εκείνος έσπευσε με προθυμία κοντά της.
Μπαίνοντας στην κατοικία του ανθυπάτου βρήκε τον Αιγεάτη σε απόγνωση: Κρατούσε στα χέρια του μεγάλο μαχαίρι και ήταν έτοιμος να θέσει τέρμα στη ζωή του, γιατί επιθυμούσε να φύγει από τον εδώ κόσμο μαζί με την ετοιμοθάνατη γυναίκα του. Πρώτα ο απόστολος Ανδρέας του απηύθυνε το λόγο, με ήρεμη φωνή, λέγοντάς του: “Βάλε το μαχαίρι στη θέση του, και ζήτησε τη βοήθεια του Κυρίου και Θεού του ουρανού και της γης και αφού πιστέψεις σ’ αυτόν θα σωθείς”. Ύστερα, βάζοντας το χέρι του στο κεφάλι της άρρωστης Μαξιμίλλας, τη θεράπευσε αμέσως!
Ο ανθύπατος Αιγεάτης χάρηκε βέβαια για τη θεραπεία της γυναίκας του, αδιαφόρησε όμως για την αλήθεια. Μετρώντας τα πάντα με την ειδωλολατρική πίστη και το υλικό φρόνημα, θεώρησε τον Ανδρέα ως επαγγελματία γιατρό. Και αποφάσισε να του δοθεί ως αμοιβή το ποσό των χιλίων χρυσών νομισμάτων. Ο απόστολος του Χριστού αρνήθηκε την αμοιβή, λέγοντας στον ανθύπατο ότι τα νομίσματα ανήκουν στον ίδιο, ενώ εκείνος θα έπαιρνε την αμοιβή του παλύ σύντομα. Εννοούσε με τα λόγια αυτά την προσχώρηση της Μαξιμίλλας στην χριστιανική πίστη.
Ο Αιγεάτης, παρόλο που έβλεπε πόσο μεγάλη απήχηση στο λαό είχε η όλη δράση του αποστόλου Ανδρέα, η οποία αυξήθηκε μετά τη θεραπεία της Μαξιμίλλας, δεν αντέδρασε αμέσως. Σχεδίαζε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά της χριστιανικής πίστεως μόλις επέστρεφε από τη Ρώμη, όπου θα μετέβαινε για να εμφανιστεί στον αυτοκράτορα.
Στη διάρκεια αυτής της απουσίας του έφτασε στην Πάτρα ο αδελφός του Στρατοκλής, συνοδευόμενος από τον έμπιστό του και πολύ αγαπητό υπηρέτη Αλκμάν. Η Μαξιμίλλα βρήκε την ευκαιρία να γνωριστούν αυτοί οι δύο με τον απόοστολο Ανδρέα, όταν αιφνιδίως ο Αλκμάν προσβλήθηκε από σοβαρή νόσο και ο Στρατοκλής βρέθηκε σε μεγάλη απόγνωση. Καθοδηγούμενος από τη Μαξιμίλλα αναζήτησε τον Ανδρέα. Ο άγιος του Θεού έσπευσε στο πραιτώριο όπου διέμενε ο Στρατοκλής. Πάνω από το κρεβάτι του Αλκμάν ήταν “μάγοι και φαρμακοί”, απελπισμένοι που δεν μπορούσαν να τον θεραπεύσουν. Ο απόστολος, αφού προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο και Θεό του, άπλωσε το χέρι του, έπιασε τον ασθενή και αφού τον σήκωσε όρθιο “συνεβάδιζε αυτός σωφρόνως και ευσταθώς και ευτάκτως ομιλών και ήδιστα ορών τον απόστολον”.
Μετά και το νέο τούτο θαύμα μέσα στο πραιτώριο (είχε προηγηθεί η θεραπεία της Μαξιμίλλιας), κάθε δισταγμός εξέλειπε. Η σύζυγος του ανθυπάτου, η Ιφιδάμα (ή Εφιδαμία), ο Στρατοκλής, ο Αλκμάν και άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός τους βαπτίστηκαν και συγκαταριθμήθηκαν στη χριστιανική κοινότητα. Μέχρι που να επιστρέψει ο ανθύπατος Αιγεάτης από τη Ρώμη είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν βαθύτερα τη νέα πίστη και να ζήσουν μέσα σε κλίμα σύμπνοιας, ενότητας και αγάπης, “εν τω συνδέσμω της ειρήνης”.
Η φυλάκιση του αποστόλου Ανδρέα
Η επιστροφή του ανθυπάτου Αιγεάτη σήμανε και το τέλος της πνευματικής αυτής ατμοσφαίρας, μόλις αυτός ενημερώθηκε ότι η σύζυγος, ο αδελφός και άλλοι οικείοι του έγιναν χριστιανοί. Αρχικά απαίτησε από τη Μαξιμίλλα να επιστρέψει στη λατρεία των ειδώλων. Εκείνη όχι μόνο το αρνήθηκε, αλλά συνέστησε στον άντρα της να αρνηθεί εκείνος τα είδωλα και να ασπασθεί την πίστη στον μόνο αληθινό Θεό των χριστιανών. Ο Αιγεάτης οργίστηκε. Έγινε έξαλλος. Θεωρώντας δε ως υπαίτιο για ότι είχε συμβεί τον απόστολο Ανδρέα, διέταξε τη σύλληψη και φυλάκιση του “εν ασφαλεστάτη φρουρά”, ενώ τον απείλησε με πολλά και σκληρά βασανιστήρια, σε περίπτωση κατά την οποία δεν έπειθε τη Μαξιμίλλα να επανέλθει στη λατρεία των ειδώλων.
Αλλά και τη σύζυγό του προσπαθούσε να μεταπείσει με κολακείες ή και απειλές: Έλα, γύρισε κοντά μου, της έλεγε. Γίνε όπως ήσουν πρώτα. Έλα, κι εγώ για χάρη σου θα ελευθερώσω αυτόν τον ξένο, τον οποίο κρατώ δέσμιο και υπόδικο στη φυλακή. Αν όμως δεν με ακούσεις, σ’ εσένα μεν δεν θα κάνω κανένα κακό, ενθυμούμενος την προηγούμενη αγάπη μας. Τον ξένο όμως, τον οποίον “και πλέον εμού ποθούσα στέργεις, τούτον ποικίλους μετ’ ατιμίας αναλώσω βασάνοις” (“Μαρτύριον_”, 15).
Και ενώ ούτε οι κολακείες ούτε οι άλλες απειλές του συζύγου της συγκίνησαν τη Μαξιμίλλα, η τελευταία προειδοποίηση ότι θα οδηγήσει σε βασανιστικό θάνατο τον απόστολο Ανδρέα την αφόβισε. Γι’ αυτό και έτρεξε αμέσως στο δεσμωτήριο ώστε να ενημερώσει τον άγιο. Εκείνος, αντί να φοβηθεί, “μάλλον επεστήριζεν αυτήν εμμένειν τω φόβω του Κυρίου”. Καμία θλίψη, της έλεγε, δεν είναι αιώνια στην παρούσα ζωή. Πρέπει να την υπομένουμε για να χαρούμε στον ουρανό. Για μένα μην ανησυχείς. Θα χαρώ πολύ αν υποστώ – μιμούμενος τον Κύριο – ακόμα και σταυρικό θάνατο, ώστε να βρεθώ το ταχύτερο κοντά του για πάντα.
Ενισχυμένη από τα λόγια αυτά και το παράδειγμα του αποστόλου, η Μαξιμίλλα εμφανίστηκε πιο θαρραλέα στη νέα συνάντησή της με τον Αιγεάτη. Του δήλωσε μάλιστα ότι θεωρεί προτιμότερο τον μαρτυρικό θάνατο από το να ζει μαζί με έναν αμετανόητο ειδωλολάτρη. Τα λόγια της εξαγρίωσαν ακόμα περισσότερο τον άντρα της που οργισμένος της είπε: Αν αυτός ο γέροντας δεν σου αλλάξει τνώμη ώστε να ξαναγυρίσεις σ’ εμένα, εκείνον και εσένα θα σας παραδώσω στο θάνατο.
Ενώ όμως ο Αιγεάτης απειλούσε για να κάμψει το φρόνημα της Μαξιμίλλας, ο απόστολος του Χριστού την ενθάρρυνε, ώστε να παραμείνει σταθερή στην πίστη της: “Μη υποχωρήσεις εξαιτίας των απειλών”, της έλεγε. “Υπόμεινε. Φύλαξε τον εαυτό σου αγνό και καθαρό. από τη συναναστροφή σου μ’ αυτόν”. Όσο για μένα, δεν πτοούμαι, ούτε με τα λόγια ούτε με την εφαρμογή των απειλώ του. Είτε με παραδώσει σε αιμοβόρα θηρία, είτε με κάψει στην πυρά, είτε με πνίξει στη θάλασσα, είτε με αποκεφαλίσει με το ξίφος, είτε με καρφώσει σε σταυρό, θα μάθει τι σημαίνει αγάπη και αφοσίωση των χριστιανών στον Κύριο, προς τον οποίον έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας και προς τον οποίον επειγόμαστε να πάμε, για να μετάσχουμε στη βασιλεία του, όπως ο ίδιος μας διαβεβαίωσε.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο εκεί παρευρισκόμενος Στρατοκλής, αδελφός του ανθυπάτου, συγκινήθηκε και δακρυσμένος άρχισε να στενάζει χωρίς διακοπή. Ο απόστολος Ανδρέας τον έπιασε από το χέρι και παρηγορώντας τον τον ρώτησε γιατί δεν ηρεμεί αλλά αναστενάζει έτσι. Εγώ, του είπε, χαίρομαι που σου αποκάλυψα τον λόγο του Κυρίου και τον έσπειρα στην καρδιά σου, σαν σε εύφορη γη, και έφερε καρπό εκατονταπλασίονα. Μη στενοχωρείσαι λοιπόν και μου ραγίζεις την καρδιά. Ο Στρατοκλής του απάντησε πως κλαίει γιατί απειλείται κατά του αποστόλου θάνατος και δεν θα ακούν πλέον τον θείο λόγο του. Και ο άγιος τον βεβαίωσε πως χαίρεται διότι η διδασκαλία του δεν έπεσε στο κενό και ότι γνωρίζει για τη δίκη, την καταδίκη και το μαρτύριό του που θα ακολουθήσουν σύντομα, για χάρη του Κυρίου και του Ευαγγελίου Του.
Καταδίκη και θάνατος με σταύρωση
Όταν ο ανθύπατος της Αχαΐας Αιγεάτης έχασε κάθε ελπίδα για μεταστροφή της γυναίκας του, πήρε τις τελικές αποφάσεις. Και επειδή, φοβούμενος τους γονείς της Μαξιμίλλας που ήταν επιφανείς, δεν τολμούσε να της κάνει κάτι έστρεψε όλη την οργή του κατά του αγίου, τον οποίο άλλωστε θεωρούσε και υπαίτιο για ότι είχε συμβεί.
Με διαταγή του οδήγησαν τον απόστολο Ανδρέα ενώπιόν του για να τον δικάσει με τη κατηγορία ότι διέδιδε μία νέα θρησκεία την οποία “οι Ρωμαίοι βασιλείς εξαφανίσει εκέλευσαν”, ενώ και οι συμπατριώτες του Ιησού, οι Ιουδαίοι, είχαν αποδοκιμάσει τη διδασκαλία του και μάλιστα τον κάρφωσαν επάνω στο σταυρό. Μετά την διατύπωση αυτής της κατηγορίας, μεταξύ του αγίου Ανδρέα και του ανθυπάτου Αιγεάτη έγινε ο διάλογος που ακολούθει και διασώζεται στις “Πράξεις και μαρτύριον του αγίου αποστόλου Ανδρέου”:
Ανδρέας: Αν ήξερες ποιο μυστήριο κρύβεται στο σταυρικό θάνατο του Κυρίου μου και από ποια αγάπη για το ανθρώπινο γένος τον δέχθηκε με την θέλησή του!
Αιγεάτης: Τι είναι αυτά που λες; Αφού προδόθηκε από το δικό ου μαθητή και συνελήφθη από τους Ιουδαίους και παραδόθηκε στον Πιλάτο και σύμφωνα με αίτημα των Ιουδαίων καρφώθηκε πάνω στο σταυρό, πως εσύ ισχυρίζεσαι ότι με τη θέληση του σταυρώθηκε;
Ανδρέας: Εγώ όμως ήμουν μαζί του και μπορώ σαν αυτόπτης να βεβαιώσω ότι με τη θέλησή του παραδόθηκε στο θάνατο. Διότι πολύ πριν συλληφθεί, μας προείπε ότι θα σταυρωνόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων, γνώριζε ποιος από τους μαθητές του θα τον πρόδιδε και, αν ήθελε, είχε καιρό να φύγει και να κρυφτεί, για να μην τον συλλάβουν οι Ιουδαίοι. Και όμως όταν επρόκειτο να τον προδλω΄σει ο μαθητής του, ατνί να κρυφτεί, πήγε σοτν τόπο =που συνήθιζε και τον οποίο γνώριζε καλά ο Ιούδας.
Αιγεάτης: Τέλος πάντων, είτε εκούσια είτε ακούσια, ομολογείς κι εσύ ότι σταυρώθηκε και θανατώθηκε ως κακούργος.
Ανδρέας: Είπα όμως ότι είναι “μέγα το μυστήριον του σταυρού”, αν ήθελες μάλιστα ευχαρίστως θα σου μιλούσα γι’ αυτό.
Ο ανθύπατος δέχθηκε να τον ακούσει, απειλώντας τον εκ προτέρου ότι αν δεν πεισθεί, θα υποβάλει τον απόστολο του Χριστού στον ίδιο σταυρικό θάνατο. Ο άγιος Ανδρέας του ανέπτυξε με δύναμη λόγου το μυστήριο του σταυρού, η παχυλή όμως άγνοια και ο ειδωλολατρικός φανατισμός δεν επέτρεψαν στον Αιγεάτη να παρακολουθήσει και να κατανοήσει τη σχετική διδασκαλία. Γι’ αυτό κάλεσε τον άγιο Ανδρέα να θυσιάσει στους θεούς του, διαφορετικά -του είπε- “εν αυτώ τω σταυρώ όνπερ επαινείς ραβδισθέντα σε προσπαγήναι προστάξω”. Στη συνέχεια, με εντολή του, οδηγήθηκε ο απόστολος και πάλι στο δεσμωτήριο, γιατί ο ανθύπατος ήθελε να εξαντλήσει κάθε ελπίδα για αλλαγή στάσεως του Ανδρέα και της Μαξιμίλλας.
Ενόσω ο πρωτόκλητος απόστολος βρισκόταν στο δεσμωτήριο, μέγα πλήθος λαού, χριστιανών ή θαυμαστών του, εκδήλωνε τη διάθεση να κάνει χρήση βίας προκειμένου να τον απελευθερώσει. Εκείνος όμως του νουθετούσε λέγοντάς τους να μη διαταράξουν την ειρήνη της πόλεως, ούτε να προκαλέσουν “στασιώδη και διαβολικήν ταραχήν”
Του έφερνε δε ως παράδειγμα τον Ιησού Χριστό, ο οποίος όταν παραδόθηκε συμπεριφέρθηκε με άκρα μακροθυμία. Και αφού τους καθησύχασε, συνέχισε ήρεμα να τους απευθύνει λόγια οικοδομής, ενώ οι χριστιανοί έψαλαν ύμνους. Τις νυχτερινές ώρες τέλεσε και το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και αφού μετέδωσε στου παρόντες το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, χειροτόνησε τον Στρατοκλή πρεσβύτερο, ώστε να έχει η νεοσύστατη Εκκλησία των Πατρών τον ποιμένα της. Κατόπιν, “ασπασάμενος άπαντας εν αγίω φιλήματι, απέλυσεν αυτούς εν ειρήνη”.
Όταν το πρωί ο ανθύπατος πληροφορήθηκε τα συμβάντα κατά τη νύχτα, κάλεσε στο βήμα τον άγοι Ανδρέα και με οργή, αφού αποδοκίμασε τα διατρέξαντα, τον κάλεσε για τελευταία φορά να θυσιάσει στα είδωλα. Ο απόστολος όμως του Χριστού του είπε με παρρησία ότι είναι έτοιμος να δεχθεί και τα χειρότερα βασανιστήρια τα οποία θα υπομείνει, για χάρη του Χριστού, με καρτερία. Τότε ο Αιγεάτης διέταξε αφού πρώτα δείρουν σκληρά τον άγιο, κατόπιν να τον δέσουν και όχι να τον καρφώσουν πάνω σε σταυρό, για να παραμείνει κρεμασμένος περισσότερο χρόνο και να παραταθεί έτσι το μαρτύριό του.
Ενώ λοιπόν οδηγείτο στον τόπο του μαρτυρίου, πολλοί χριστιανοί, έχοντας μαζί τους και τον Στρατοκλή, θέλησαν να τον ελευθερώσουν από το στρατιωτικό απόσπασμα. Ο άγιος Ανδρέας τους απέτρεψε, συνιστώντας τους να είναι επιεικείς, πράοι, ταπεινόφρονες και έτοιμου για μαρτύριο αν τους καλέσει ο Κύριος.
Σε λίγο έφτασε η πομπή “προς το χείλος της θαλασσίας ψάμμου”, όπου ήταν ήδη έτοιμος ο σταυρός, σε σχήμα Χ. Πλησιάζοντας τον ο άγιος Ανδρέας άρχισε να τον εξυμνεί “ως εμψύχω μετά φωνής ισχυράς”. Ύστερα έβγαλε το χιτώνα του και τον έδωσε στους δημίους και προέτρεψε το πλήθος να μη προβάλει αντίσταση στην απόφαση του Αιγεάτη.
Οι δήμιου τον έδεσαν σφιχτά πάνω στο σταυρό, με το κεφάλι προς τα κάτω χωρίς να τον καρφώσουν, σύμφων με την εντολή του ανθυπάτου. Όμως, ’ευπρεπείας και ευλαβείας ένεκεν, εν φαίνεται εσταυρωμένος“. Όταν απομακρύνθηκαν, οι παριστάμενοι χριστιανοί περικύκλωσαν τον σταυρωμένο άγιο για να ακούσουν ”παρά του αποστόλου ωφέλιμόν τι”. Κι εκείνος δεν του στέρησε αυτήν την επιθυμία τους.
Για τρία ημερόνυχτα ο άγιος Ανδρέας έμεινε δεμένος πάνω στο σταυρό, νουθετώντας χριστιανούς και καλοπροαίρετους ειδωλολάτρες. Την τέταρτη ημέρα εξαγριωμένο πλήθος όρμισε στην αίθουσα που δίκαζε ο ανθύπατος και άρχισε να φωνάζει ότι ήταν άδικη η απόφαση του για τον Ανδρέα, που σε τίποτε δεν έβλαψε, αντίθετα ευεργέτησε την πόλη. Απαίτησε μάλιστα να τον λύσουν για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Μπροστά στην απειλή εξέγερσης ο Αιγεάτης αποφάσισε να μεταβεί στον τόπο όπου βρισκόταν ακόμα ζωντανός και κρεμασμένος ο άγιος. Κάποιοι πίστεψαν ότι θα τον ελευθέρωνε και έσπευσαν να ειδοποιήσουν τη Μαξιμίλλα, τον Στρατοκλή και τον άγιο Ανδρέα.
Όταν το πληροφορήθηκε ο απόστολος του Χριστού και καθώς είδε να καταφθάνει και ο ανθύπατος, τον παρακάλεσε να μη τον λύσει, αφού ήδη “τον βασιλέα μου ορώ και προσκυνώ”. Επειδή όμως το πλήθος απαιτούσε την απελευθέρωση του, ο άγιος “μετά φωνής μεγάλης ατενίσας εις τον ουρανόν, είπε: Μη επιτρέψεις, Δέσποτα, εμέ τον επί ξύλου αναρτηθέντα πάλιν λυθήναι”. Και αφού είπε αυτά και ύμνησε τον Θεό, “παρέδωσε το πνεύμα του”.
Η αυτοκτονία του ανθυπάτου
Η Μαξιμίλλα, με τη βοήθεια του Στρατοκλή, έλυσε το νεκρό πλέον σώμα του αγίου αποστόλου και αφού το ευτρέπισε και το άλειψε με αρώματα το έθαψε στον τάφο που είχε ετοιμάσει για την ίδια, “πλησίον του αιγιαλού”. Εκεί κοντά, σε μικρό σπίτι, παρέμεινε και η ίδια “κατάκλειστος” και δεν θέλησε πλέον να έχει επικοινωνία με τον ανθύπατο σύζυγό της.
Εκείνος, διαπιστώνοντας ότι δεν κατάφερε να επαναφέρει κοντά του τη σύζυγο, καταλήφθηκε από μανία και έπεσε σε πλήρη απόγνωση. Τη νύχτα δε μέσα στην βαθιά ησυχία, σηκώθηκε και αφού ξέφυγε από την προσοχή όλων, “Έρριψεν ευατόν αφ’ ύψους μεγάλου” και “εν μέση αγορά της πόλεως κυλιόμενος εξέπνευσε”. Μετά το οικτρό τούτο τέλος, μερίμνησε ο αδελφός του Στρατοκλής να ταφεί το σώμα του Αιγεάτη, “μεταξύ των βιαίως αποθανόντων”.
Οι περιπέτειες του ιερού λειψάνου
Ακόμη και κατά την περίοδο των διωγμών ο τάφος του αγίου Ανδρέα παρέμεινε ανέπαφος και ήταν αφορμή “πολλών ιάσεων” των πασχόντων. Επί της βασιλείας όμως του Κωνσταντίνου, γιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διατάχθηκε ο άγιος Αρτέμιος, στρατιωτικός “περιβόητος”, να μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη από διάφορα σημεία της αυτοκρατορίας, τα ιερά λείψανα αγίων αποστόλων. Μεταξύ αυτών του ευαγγελιστού Λουκά από τη Θήβα και του αγίου Ανδρέα από την Πάτρα. Οι χριστιανοί της Πάτρας αρνήθηκαν την παράδοση. Και μόνο τότε συγκατατέθηκαν, όταν ο Αρτέμιος ανέλαβε γενναιόδωρα να κατασκευάσει το υδραγωγείο της πόλεως. Τα μεταφερθέντα ιερά λείψανα κατατέθηκαν “ένδον της αγίας Τραπέζης του ναού των Αγίων Αποστόλων” που είχε ανεγείρει ο Μέγας Κωνσταντίνος. Το γεγονός έλαβε χώραν στις 3 Μαρτίου του έτους 357. Διακόσια περίπου χρόνια αργότερα (έτος 550) έγινε νέα κατάθεσή τους σε λαμπρότερο ναό των Αγίων Αποστόλων που ανήγειρε ο Ιουστινιανός.
Από διάφορες αρχαίες πηγές μαρτυρείται ότι ο άγιος Αρτέμιος δεν μετέφερε ολόκληρο το ιερό λείψανο του αποστόλου Ανδρέα στην Κωνσταντινούπολη. Αναφέρεται ύπαρξη τεμαχίων του λειψάνου “εν τοις ορίοις της Θεσσαλονίκης” (Ιωάννης ο υμνογράφος, 9ος αιώνας), στην Κόρινθο και στην Αθήνα ο όσιος Φραντίνος), σε μονές του Αγίου Όρους, ενώ και πριν τις σταυροφορίες και την άλωση της Πόλης (1453) “η τίμια κάρα φέρεται υπάρχουσα εν Πάτραις”. Εξάλλου στην Δύση κυκλοφορούν πολλές παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες τεμάχια ιερών λειψάνων του αγίου Ανδρέα διακομίσθηκαν σε αρκετά σημεία της, γεγονός που πείθει ότι δεν έγινε ανακομιδή ολόκληρου του ιερού λειψάνου του αγίου στην Κωνσταντινούπολη.
Ισχυρότατη είναι η παράδοση για την μεταφορά ιερού λειψάνου του στη Σκωτία, επί αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Μικρού (μεταξύ 408 και 450), ή επί βασιλέως των Πικτών Ούγου (9ος αιώνας), ή και επί Κωνσταντίνου (4ος αιώνας), όταν άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον μοναχό (ή επίσκοπο) Ρέγουλο και του παρήγγειλε να λάβει τεμάχια ιερών λειψάνων, να επιβιβαστεί σε πλοίο και να πλεύσει προς άγνωστη κατεύθυνση. Το πλοίο μετά πολλές ημέρες, ναυάγησε στο λιμάνι Mucros της Σκωτίας, που αργότερα έγινε πρωτεύουσα των Σκώτων “και μητέρα πασών των εν Σκωτία εκκλησιών” και έλαβε το όνομα Ανδρεόπολη. Η σημαία των Πικτών και Σκώτων “έφερε τον χιαστόν Σταυρόν, όστις μετά την ένωσιν της Σκωτίας με την Αγγλίαν συμπεριελήφθη εις την αγγλικήν σημαίαν, διατηρούμενος μέχρι σήμερον”.
Άλλη παράδοση υποστηρίζει ότι το ιερό λείψανο είχε μεταφερθεί στην Ιταλία από τους Σταυροφόρους, όταν το έτος 1204 κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Αυτοί που το αφήρεσαν το έκρυψαν πολύ καλά, το 1208, στο ναό του Αγίου Ανδρέα στην πόλη Αμάλφη. Με την πάροδο του χρόνου και επειδή το σημείο εκρατείτο μυστικό “δια τον φόβον της κλοπής”, στο τέλος ξεχάστηκε ή διότι οι γνωρίζοντες πέθαναν ή διότι παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν στους επιζώντες. Για την ύπαρξη αυτών των λειψάνων βεβαίωσαν νεότεροι Ιταλοί λόγιοι.
Σε ότι αφορά στην τιμία κάρα του αγίου, η σοβαρότερη από τις εκδοχές είναι εκείνη που αναφέρει ότι μέχρι και την Άλωση της Πόλεως (1453) φυλασσόταν στην Πάτρα. Όταν όμως επρόκειτο και η πόλη αυτή να αλωθεί από τους Τούρκους, ο Θωμάς Παλαιολόγος, φεύγοντας από την Πάτρα για την Αγκώνα της Ιταλίας (16 Νοεμβρίου 1460) και από εκεί για τη Ρώμη, συναποκόμισε και την τιμία κάρα την οποία και έκανε δώρο στον πάπα Πίο Β’, όπως αναφέρει ο χρονογράφος Γεώργιος Φραντζής. Όταν κατασκευάσθηκε κατάλληλος χώρος στο ναό του Αγίου Πέτρου και αργυρή λειψανοθήκη (17.6.1464), η τιμία κάρα τοποθετήθηκε και κατατέθηκε εκεί, γεγονός που πανηγυριζόταν επίσημα την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου.
Επανακομιδή της τιμίας κάρας στην Πάτρα
Η πόλη των Πατρών δεν έπαψε φυσικά να τιμά δεόντως τον άγιο προστάτη και πολιούχο της, έστω και αν δεν κατείχε πλέον το ιερό του λείψανο. Έτσι μετά την απελευθέρωσή της από τον οθωμανικό ζυγό, το έτος 1835 ανοικοδομήθηκε νέος λαμπρός ναός “ανάλογος του σεβασμού και της οφειλομένης ευλαβείας προς τον πρωτόκλητον απόστολον”. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1964 παπική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον καρδινάλιο Αυγουστίνο Μπέα, επέστρεψε στην πόλη των Πατρών, μέσα σε χρυσή λειψανοθήκη, την τιμία κάρα, ύστερα από απουσία της 504 ετών. Στις 19 Ιανουαρίου του 1980 επιστράφηκε και ο Σταυρός του Αγίου Ανδρέα. Και τα δύο ιερά κειμήλια φυλάσσονται στο ναό του Αγίου Ανδρέα, που αποτελεί πανελλήνιο προσκύνημα.
Το μοναδικό θαύμα που χάρισε την όραση σε ένα τυφλό παιδάκι
Σύμφωνα με μια παλιά Κυπριακή παράδοση, σε μια περιοδεία του, ο Απόστολος Ανδρέας, πήγε και στην Κύπρο. Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ’ ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό. Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον Απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό.
Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που ‘ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο Άγιος γονάτισε μπροστά σ’ ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό.
Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ’ ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ’ εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.
Ο Απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα δοχείο γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ω του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το παιδί άρχισε να βλέπει! Κι ο Απόστολος, που τον κοίταζαν όλοι με θαυμασμό, άρχισε να τους μιλά και να τους διδάσκει τη νέα θρησκεία.
Η Αγία μας Εκκλησία ευλαβείται, τιμά και γεραίρει τον πρωτόκλητο Μαθητή του Χριστού.
Η ενορία μας στο Μάλμε έχει προστάτη Άγιο τον Απόστολο Ανδρέα και φέρει το όνομά του. Επίσης είναι προστάτης Άγιος της Ουκρανίας, της Ρωσίας, της Ρουμανίας, του Μπαρμπέιντος και της Σκωτίας, καθώς και πολιούχος Άγιος της Πάτρας, του Αμάλφι της Ιταλίας, της Λούκα της Μάλτας και της Εσγκέιρα της Πορτογαλίας.
Η σημαία της Σκωτίας φέρει τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα. Μετά την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία, ο χιαστός σταυρός απεικονίζεται και στη σημαία της Μεγάλης Βρετανίας. Η σημαία του πολεμικού ναυτικού της Ρωσίας φέρει τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα, όπως και η σημαία της Συνομοσπονδίας (Νοτίων) στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.
Απολυτίκιο της Αγίας Αικατερίνης Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν, Αικατερίναν την Θείαν και πολιούχον Σινά, την βοήθειαν ημών και αντίληψιν ότι εφήμωσε λαμπρώς τους κομψούς των ασεβών τού Πνεύματος τή μαχαίρα, και νυν ως μάρτυς στεφθείσα, αιτείται πάσι το μέγα έλεος.
Κοντάκιο της Αγίας Αικατερίνης Χορείαν σεπτήν ενθέως, φιλομάρτυρες, εγείρατε νυν γεραίροντες την πάνσοφον Αικατερίναν. Αύτη γαρ εν σταδίω τον Χριστόν εκήρυξε και τον όφιν επάτησε ῥητόρων την γνώσιν καταπτύσασα.
Μεγαλυνάριο της Αγίας Αικατερίνης Έχει το σον πνεύμα ο ουρανός, σώμα δε Θείον τεθησαύρισται εν Σινά, αίμα μαρτυρίου εν Αλεξανδρουπόλει, σοφή Αικατερίνα σκέπε τούς δούλους σου.
Μεταξύ των ενδόξων μεγαλομαρτύρων τής χριστιανικής Πίστης διακεκριμένη θέση κατέχει η νύμφη τού Χριστού, Αικατερίνα, η πολιούχος τού θεοβάδιστου Όρους Σινά. Η Αγία Αικατερίνη ή Αικατερίνη της Αλεξάνδρειας, γνωστή και ως Μεγαλομάρτυς Αγία Αικατερίνη και κατά τους υμνολόγους της Ορθόδοξης Εκκλησίας Αικατερίνα, πιστεύεται ότι υπήρξε σημαντική στοχάστρια κατά τον πρώιμο 4ο αιώνα. Η εκκλησία μας γιορτάζει την μνήμη της στις 25 Νοεμβρίου.
Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην πόλη τής Αλεξάνδρειας το 294 μ.Χ. από ειδωλολατρική οικογένεια και πήρε το όνομα Δωροθέα. Έζησε την εποχή τού ασεβούς και χριστιανομάχου βασιλέως Μαξεντίου ή του Μαξιμίνου Β’, απόλυτου άρχοντα της Αιγύπτου. Είχε αριστοκρατική καταγωγή, καθώς ήταν κόρη τού βασιλέως Κώνστα ή Κέστου. Ήταν αξιοζήλευτη ως προς την ομορφιά, την ευγένεια, τη μόρφωση, τον πλούτο. Από μικρή έτυχε μεγάλης μόρφωσης και ήταν κάτοχος της λατινικής γλώσσας και της ελληνικής φιλολογίας, ενώ γνώριζε πολλές ξένες γλώσσες τής εποχής της. Σπούδασε στις εθνικές σχολές τής εποχής Φιλοσοφία, Ρητορική, Ποίηση, Μουσική, Μαθηματικά, Αστρονομία και Ιατρική. Μελέτησε τον Όμηρο, τον Βιργίλιο, τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, αλλά και τις μεθόδους και τις θεωρίες των ιατρών Ασκληπιού, Γαληνού και Ιπποκράτη. Από νεαρή ηλικία προσελκύσθηκε από τη χριστιανική διδασκαλία, την οποία μελέτησε, και, αφού ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό, εργάσθηκε με έντονη δράση και ενθουσιασμό για τη διάδοσή του, επιτυγχάνοντας πολλά χάριν τής ρητορικής της δεινότητας και των πολλών γνώσεών της.
Tο απαράμιλλο σωματικό της κάλλος, η εκπληκτική της μόρφωση, η αριστοκρατική της καταγωγή και η αρετή με τη οποία ήταν στολισμένη, την έκαναν περιζήτητη νύφη. Αυτή όμως αρνιόταν κάθε παρόμοια πρόταση. «…Και πολλοί πλουσιότατοι άρχοντες της Συγκλήτου ζήτησαν να συμπεθερεύσουν με τη μητέρα τής Αικατερίνης, η οποία ήταν κρυφά Χριστιανή και δεν το εκδήλωνε εξαιτίας τού μεγάλου διωγμού που κίνησε τον καιρό εκείνο εναντίον των πιστών ο Μαξέντιος. Οι συγγενείς, λοιπόν και η μητέρα της τη συμβούλευαν να παντρευτεί, για να μην πάει η βασιλεία τού πατέρα της σε ξένο άνθρωπο και αποξενωθούν τελείως από αυτήν. Η Αικατερίνη, όμως, αγαπούσε την παρθενία πολύ ως φιλόσοφος και, προφασιζόμενη διάφορες αιτίες, έλεγε ότι δεν συμφωνούσε καθόλου να παντρευτεί.
Από την πηγή: «Περιγραφή Ιερά του Αγίου και Θεοβάδιστου Όρους Σινά», που περιέχει στοιχεία για την Αγία Αικατερίνη, παραθέτουμε τον εξής διάλογο και το ενύπνιο, που αφορά στην πνευματική της αναγέννηση.
«-Βρείτε μου έναν νέο που να είναι όμοιός μου στα τέσσερα Χαρίσματα που ομολογείτε πως υπερέχω από τις άλλες κοπέλες, και τότε θα τον πάρω για σύζυγό μου, διότι δεν καταδέχομαι να πάρω κάποιον αναξιότερό μου. Ερευνήστε λοιπόν παντού αν υπάρχει κάποιος όμοιός μου στην ευγένεια, στον πλούτο, στη σοφία και στην ωραιότητα. Και αν του λείπει και ένα από αυτά τα Χαρίσματα, δεν μου είναι άξιος.
Και αυτοί, γνωρίζοντας ότι ήταν αδύνατον να βρεθεί τέτοιος άνθρωπος, αποκρίθηκαν ότι ο γιος τού βασιλιά τής Ρώμης και κάποιοι άλλοι ευγενείς και πλουσιότεροι από αυτήν μόνο στη σοφία και την ωραιότητα δεν της έμοιαζαν. Και εκείνη έλεγε ότι δεν καταδεχόταν να πάρει για σύζυγο κάποιον κατώτερό της.
Η μητέρα της είχε ως Πνευματικό της έναν αγιότατο άνθρωπο, που κατοικούσε έξω από την πόλη, κρυμμένος. Πήρε, λοιπόν, την Αικατερίνη και πήγαν σε αυτόν να συμβουλευθούν. Ο ασκητής, βλέποντας την ευταξία τής κόρης και ακούγοντας τα γνωστικά και μέτρια λόγια της, έβαλε στον νου του να την οδηγήσει προς την επίγνωση του Ουράνιου Βασιλιά Χριστού. Της λέει, λοιπόν:
-Γνωρίζω έναν θαυμάσιο άνθρωπο, ο οποίος σε υπερβαίνει ασύγκριτα σε όλα τα Χαρίσματα που είπες και σε άλλα αμέτρητα. Η ωραιότητά του υπερνικά σε λάμψη τον Ήλιο, η σοφία του κυβερνά όλα τα αισθητά και νοητά κτίσματα, ο πλούτος των θησαυρών του μοιράζεται σε όλον τον κόσμο και ποτέ δεν λιγοστεύει, αλλά, καθώς διαδίδεται, αυξάνεται. Η ευγένειά του είναι απερίγραπτη και ανεκλάλητη.
Αυτά και άλλα περισσότερα λέγοντας ο ασκητής, νόμισε η κόρη ότι έλεγε για κάποιον επίγειο άρχοντα, για αυτό άλλαξε γνώμη και ρωτούσε λεπτομέρειες, αν ήταν αληθινά όλα τα εγκώμια και οι τόσοι έπαινοι που είπε προς αυτήν για τον άνθρωπο εκείνο. Εκείνος βεβαίωνε όσα είπε και διηγούταν και τις υπόλοιπες χάρες του. Τότε τού λέει η κόρη:
-Τίνος γιος είναι αυτός που τόσο επαινείς;
Και ο ασκητής τής αποκρίθηκε:
-Αυτός δεν έχει πατέρα πάνω στη γη, αλλά γεννήθηκε απερίγραπτα και υπερφυσικά από μια ευγενέστατη Υπεραγία και Χαριτωμένη Παρθένο, η οποία αξιώθηκε για την υπερβολική της αγιότητα να μείνει αθάνατη στην ψυχή και το σώμα, αναλαμβανόμενη υπεράνω των ουρανών και προσκυνείται από όλους τους αγίους αγγέλους ως βασίλισσα όλης τής κτίσεως. Αυτή είναι η Αειπάρθενος Μητέρα εκείνου για τον οποίο σου είπα τέτοια θαυμάσια πράγματα. Πάρ’ την, λοιπόν, στο σπίτι σου και κλείνοντας την πόρτα τού δωματίου σου κάνε ολονύκτια προσευχή με ευλάβεια προς αυτήν, η οποία ονομάζεται Μαρία και παρακάλεσέ την να καταδεχτεί να δείξει σε εσένα τον Υιό της και ελπίζω ότι, αν προσευχηθείς με πίστη, θα σε υπακούσει να δεις εκείνον που ποθεί η ψυχή σου.
Τότε η κόρη, παίρνοντας την ιερή εικόνα, έφυγε για το παλάτι και τη νύκτα κλείστηκε μόνη στην κάμαρα και προσευχόταν, όπως τής είχε εξηγήσει ο γέροντας. Έτσι, λοιπόν, καθώς προσευχόταν, από τον κόπο την πήρε ο ύπνος και βλέπει στο όραμά της τη Βασίλισσα των αγγέλων, όπως ήταν ζωγραφισμένη με το Άγιο Βρέφος, το Οποίο ακτινοβολούσε πιο πολύ από τον Ήλιο, όμως έστρεφε το πρόσωπό Του προς τη Μητέρα Του. Για αυτό, η κόρη έβλεπε μόνο την πλάτη Του. Και, επιθυμώντας να Το δει και στο πρόσωπο, πήγε από το άλλο μέρος. Ο Χριστός, όμως, έστρεφε και πάλι το πρόσωπό Του από την άλλη μεριά. Όταν αυτό έγινε τρεις φορές, ακούει την Παναγία να Του λέει:
-Δες τέκνο μου τη δούλη Σου Αικατερίνη πόσο ωραία και πάγκαλος είναι.
Και Εκείνος αποκρίθηκε:
-Είναι μάλιστα τόσο σκοτεινή και άσχημη, που δεν μπορώ να τη βλέπω.
Θαυμάζοντας για αυτήν την οπτασία έφυγε το πρωί με λίγες γυναίκες και πήγε στο κελί τού γέροντα και πέφτοντας με δάκρυα στα πόδια του, του διηγήθηκε το όραμα και τον παρακαλούσε θερμά να τη νουθετήσει τι να πράξει, για να απολαύσει αυτό που ποθεί. Και ο όσιος της διηγήθηκε λεπτομερώς όλα τα μυστήρια της αληθινής μας Πίστεως, αρχίζοντας από τη δημιουργία τού κόσμου και την πλάση τού Αδάμ μέχρι και τη Δευτέρα Παρουσία τού Δεσπότου Χριστού. Και για την απερίγραπτη δόξα τού Παραδείσου και για τη γεμάτη ωδίνες και ατελείωτη Κόλαση. Και την κατήχησε σε τέτοιο βαθμό, που γνώριζε σε λίγο διάστημα όλες τις λεπτομέρειες της Πίστεως, επειδή γνώριζε Γράμματα και είχε μεγάλη σοφία. Έτσι, πιστεύοντας με όλη της την καρδιά, έλαβε από αυτόν το Άγιο Βάπτισμα. Μετά τής παρήγγειλε να παρακαλέσει και πάλι με πόθο την Υπεραγία Θεοτόκο για να της εμφανιστεί όπως και πριν. Αφού, λοιπόν, με το Βάπτισμα απέβαλε τον «παλαιό» άνθρωπο και ενδύθηκε αδιάφθορη στολή, επέστρεψε στα ανάκτορα και όλη τη νύκτα παρακαλούσε νηστική και προσευχόταν με δάκρυα, μέχρι που και πάλι την έπιασε ο ύπνος. Και τότε βλέπει την ουράνια Βασίλισσα με το Θείο Βρέφος, το Οποίο έβλεπε την Αικατερίνη με πολλή ευσπλαχνία και ιλαρότητα. Και η μεν Θεομήτωρ ρώτησε τον Δεσπότη αν Του είναι αρεστή η Παρθένος, ο δε Υιός αποκρίθηκε:
-Τώρα έγινε ολόλαμπρη και ένδοξη, αυτή που πριν ήταν σκοτεινή και άχαρη· η φτωχή και άγνωστη έγινε πλούσια και πάνσοφη· η καταφρονεμένη και άσημη έγινε ευγενής και φημισμένη και είναι πλήρης με τόσα αγαθά και χάριτες και τόσο την επιθυμώ, που συμφωνώ να τη μνηστευθώ και να την πάρω για άφθορη νύφη μου.
Σύμφωνα με την Παράδοση και τα Συναξάρια τής Αγίας Αικατερίνης, κατά τη διάρκεια των διωγμών τού Αυτοκράτορα Μαξιμίνου, στις αρχές τού 4ου αιώνα, σε ηλικία 18 ετών, ομολόγησε την πίστη της στον Ιησού Χριστό και δημοσίως κατηγόρησε τον Αυτοκράτορα για τις θυσίες του προς τα είδωλα. Εκείνος ανέθεσε σε πενήντα ή, κατ’ άλλους, σε εκατόν πενήντα περίφημους ρήτορες (ο αριθμός εξ αντιθέτου χαρακτηρίζει τη ρητορική δεινότητα της Αγίας), προκειμένου, συζητώντας μαζί της να της αποδείξουν το αβάσιμο και στρεβλό των ιδεών (δοξασιών) της. Αποτέλεσμα, όμως, υπήρξε το αντίθετο. Ο Μιχαήλ ο Αρχάγγελος ήλθε από τον ουρανό και της είπε: «μη φοβού η παις τού Κυρίου. Ιδού γαρ ο Κύριος θέλει δώση σοι σοφίαν εις την σοφίαν σου, να νικήσης τους ρήτορας. Και ου μόνον αυτοί, αλλά και πολλοί να πιστεύσωσι δια σου, και να λάβετε πάντες τού Μαρτυρίου τον στέφανον».
Πράγματι, η Αικατερίνη με την κομψότητα του λόγου της και των επιχειρημάτων της «εφήμωσε λαμπρώς τους κομψούς των ασεβών, του πνεύματος την μαχαίραν» (σύμφωνα με το Απολυτίκιο της Αγίας). Έχουσα μελετήσει σε βάθος το έργο τού μεγάλου Έλληνα ποιητή, του Ομήρου, αναφέρεται στους στοχασμούς και τις δοξασίες του. Ο Όμηρος αναφέρει, για τον μέγιστο Θεό Δία πως είναι ψεύτης, απατεώνας και πανούργος και πως ήθελαν να δέσουν αυτόν η Ήρα, ο Ποσειδώνας και η Αθηνά, αν δεν έφευγε να κρυφθεί. Ομοίως, γράφει και άλλα παρόμοια προς καταφρόνηση των Θεών αυτών. Επιπλέον, η Αγία Αικατερίνη αναφέρει και τη θέση τής σοφής Σίβυλλας, που μαρτυρεί την ένθεη σάρκωση και τη σωτήρια Σταύρωση. Ο Θεός είναι αληθής, δημιουργός ουρανού και γης και θαλάσσης, ηλίου και σελήνης, και παντός ανθρωπίνου γένους, ακατάληπτος, ανεξιχνίαστος και άρρητος.
Αλλά ακόμη και τα σοφά της επιχειρήματα, με την πειστική ανάπτυξη των ιδεών της, κατάφεραν να προσηλυτίσουν αυτούς οι οποίοι τελικά ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό. Όταν ο Αυτοκράτορας έμαθε το αποτέλεσμα, οργίσθηκε τόσο που διέταξε την θανατική καταδίκη όλων στην πυρά στο μέσον τής πόλης, τη δε Αικατερίνη σε μαρτύρια μέχρι θανάτου. Η Αγία βασανίσθηκε σκληρά, αλλά αντί να καμφθεί το ηθικό της, κατόρθωσε με το ένθεο παράδειγμά της να προσελκύσει στη χριστιανική Πίστη τη σύζυγο του Αυτοκράτορα, Φαυστίνα, η οποία θαύμασε τις αρετές και την καρτερικότητά της, γνώρισε την Αγία και την αγάπησε. Όταν, λοιπόν, έλειπε ο σύζυγός της από την πόλη, ζήτησε να την επισκεφθεί με συνοδεία 200 στρατιωτών υπό τον Φρούραρχο Πορφυρίωνα ή Πορφύριο, άνθρωπο άξιο και έμπιστο, λέγοντας σε αυτόν:
«-Την περασμένη νύχτα είδα σε όραμα την Αικατερίνη καθισμένη μεταξύ πολλών παρθένων. Όταν με είδε, με κάθισε κοντά της και μου έβαλε στο κεφάλι χρυσό στεφάνι λέγοντας: «Ο Δεσπότης Χριστός σού στέλλει αυτό το στεφάνι». Σε παρακαλώ, λοιπόν, Πορφυρίωνα, να βρεις έναν τρόπο να συναντήσω απόψε την κόρη αυτή.»
«-Θα εκπληρώσω την επιθυμία σου, δέσποινα», απάντησε ο Πορφυρίων.
Όταν νύχτωσε, λοιπόν, πήρε διακόσιους στρατιώτες και πήγαν στη φυλακή με τη βασίλισσα.
Έδωσαν χρήματα στον δεσμοφύλακα και εκείνος τους άνοιξε την πόρτα τής φυλακής. Η Αυγούστα έπεσε με δάκρυα στα πόδια τής Μάρτυρος, λέγοντας:
«-Τώρα είμαι καλότυχη και ευτυχισμένη, γιατί σε γνώρισα. Ποθούσα να δω το βασιλικό σου πρόσωπο και διψούσα ν’ ακούσω τα μελίρρυτα λόγια σου. Τώρα και αν στερηθώ τη ζωή και τη βασιλεία μου, δεν θα λυπηθώ καθόλου. Είσαι ζηλευτή συ, που προσκολλήθηκες σε τέτοιο Δεσπότη, που σου χαρίζει τόσες δωρεές και χαρίσματα».
«-Κι’ εσύ είσαι ευτυχισμένη, βασίλισσά μου, γιατί βλέπω, το στεφάνι που σου βάζουν στο κεφάλι οι Άγιοι Άγγελοι. Μετά τρεις μέρες θα το πάρεις, αφού υπομείνεις μαρτύριο. Τότε θα πας κοντά στον Αληθινό Βασιλέα, για να βασιλεύσεις αιώνια», της απάντησε η Αγία Αικατερίνη.
«-Φοβάμαι τα βασανιστήρια και τον σύζυγό μου, γιατί είναι πολύ σκληρός και απάνθρωπος», της είπε η Φαυστίνα.
«-Έχε θάρρος. Στην καρδιά σου θα βρίσκεται ο Χριστός, που θα σε δυναμώνει στη δύσκολη ώρα τού μαρτυρίου. Πολύ λίγο θα πονέσει το σώμα σου εδώ, για να αναπαύεται εκεί αιώνια», της αποκρίθηκε εκείνη.
Ενώ οι δύο γυναίκες έλεγαν αυτά, ρώτησε ο Πορφυρίων την Αγία:
«-Τι χαρίζει ο Χριστός σε όσους πιστεύουν; Θέλω και εγώ να τον γνωρίσω και να γίνω οπαδός του».
«-Δεν διάβασες ποτέ καμιά Γραφή των Χριστιανών; Ούτε έχεις ακούσει τίποτε για αυτά;»
«-Από παιδί βρίσκομαι στους πολέμους και μόνο μ’ αυτούς ασχολούμαι. Δεν έχω φροντίσει για αλλά πράγματα. «Δεν μπορεί η γλώσσα να διηγηθεί τα αγαθά, που ο Θεός ετοιμάζει για όσους Τον Αγαπούν και τηρούν τις εντολές του», τού απάντησε η Αγία.
Τότε η Θεία Χάρη γέμισε την καρδιά τού Πορφυρίωνα. Πίστεψε με όλη του την καρδιά στον Χριστό μαζί με τους διακόσιους στρατιώτες του και, αφού πήραν όλοι δύναμη από τη Μεγαλομάρτυρα, έφυγαν.
Όταν το έμαθε ο Αυτοκράτορας, οργίστηκε και διέταξε τον αποκεφαλισμό τής Φαυστίνας και της ακολουθίας της και την τελική πλέον εκτέλεση της Αγίας. Μέσο θανάτωσης ήταν ο «βασανιστικός τροχός», που έμοιαζε με τροχό, η περιφέρεια του οποίου έφερε καρφιά (ήλους), που ετίθετο σε κίνηση με σχοινιά και τροχαλίες, πλησιάζοντας αργά το ιστάμενα δεμένο σώμα τού καταδίκου) με συνέπεια τις αρχικές εκδορές μέχρι διαμελισμού. Ο θρύλος στο σημείο αυτό αναφέρει πως τα καρφιά τού τροχού, όταν πλησίασαν το σώμα τής Αγίας αυτά ένα-ένα απόσπονταν ή θραύονταν. Κατ’ άλλο θρύλο, ο εν λόγω τροχός, πριν πλησιάσει το σώμα τής Αγίας, διαλύθηκε «στα εξ ων συνετέθη». Έτσι και αποφασίσθηκε τελικά ο αποκεφαλισμός τής Αγίας.
Αξιοζήλευτο δώρο τού Θεού στην ιερά Μονή Σινά αποτελούν τα Ιερά Λείψανα της αγίας Αικατερίνης, τα οποία βρέθηκαν στο Παρεκκλήσιο της κορυφής τού όρους, που φέρει σήμερα το όνομά της. Ο τόπος, όπου ανακαλύφθηκε το Άγιο Λείψανο, είναι ακριβώς κάτω από την Αγία Τράπεζα. Δίπλα στο Παρεκκλήσιο υπάρχουν δύο δωμάτια για τους προσκυ-νητές. Η θέα από εδώ είναι θαυμάσια. Ο προσκυνητής μπορεί να δει την Ερυθρά Θάλασσα νοτίως, και τον Κόλπο τού Εϊλάτ ανατολικά.
Το μύρο, που ανάβλυζε και ακόμη αναβλύζει από τη Αγία Κάρα τής αγίας, είναι ένα συνεχές θαύμα. Η ευλάβεια προς την Αγία Αικατερίνη και το όνομά της διαδόθηκε στη Δύση από τους Σταυροφόρους, και από τον 11ο αιώνα και μετά η Μονή τού Θεοβάδιστου Όρους Σινά άρχισε να γίνεται γνωστή και ως Μονή τής Αγίας Αικατερίνης.
Η μαρμάρινη Λάρνακα, στην οποία φυλάσσεται σήμερα το τίμιο λείψανο της Αγίας Αικατερίνης, ευρίσκεται στη νότια πλευρά τού Αγίου Βήματος του Καθολικού. Είναι έργο που συνέθεσε ο λιθοξόος και Σκευοφύλακας της Μονής Προκόπιος, αξιοποιώντας παλαιοχριστιανικά θωράκια. Όλοι οι προσκυνητές έχουν τη δυνατότητα να προσκυνήσουν τα τίμια λείψανα της Αγίας μετά το πέρας των ιερών Ακολουθιών. Τότε τα τίμια λείψανα εκτίθενται για προσκύνηση και δίδεται σε κάθε προσκυνητή ως ευλογία αργυρό ομοίωμα του δακτυλιδιού τής Αγίας. Το δακτυλίδι αυτό συμβολίζει τον πνευματικό αρραβώνα τής Αγίας με τον Χριστό (βλ. «ιερό γάμο») και τον σύνδεσμο κάθε προσκυνητή με τη Μονή· θεωρείται δε μεγάλο φυλακτό, το οποίο οι προσκυνητές συνήθως φορούν δια βίου.
Ιερά λείψανα, όμως, τής Αγίας Αικατερίνης τής Μεγαλομάρτυρος φέρονται να επιδεικνύονται από τα μέσα τού 11ου αιώνα και στη νορμανδική πόλη Ρουάν, όπου, κατά τους Ρωμαιοκαθολικούς, τα έφερε εκεί περί το 1027 ο ερημίτης μοναχός Συμεών.
Grekisk-Ortodoxa Metropolitdömet av Sverige och Skandinavien blev förvånad över de artiklar som nyligen publicerats av tidningen Göteborgs-Posten (gp.se). Artiklarna, skrivna av reportern Michael Verdicchio och hans kollegor, innehåller ärekränkande uttalanden mot Hans Eminens Metropoliten Cleopas av Sverige, baserade på osanna, förvrängda eller fabricerade berättelser.
Journalisten i fråga har vid flera tillfällen kontaktat Metropolitdömet och framfört ett antal anklagelser, och trots att Metropolitdömet begärt objektiva bevis och underlag till styrkande av anklagelserna, har några sådana bevis inte framlagts för Metropolitdömet.
Anledningen till att några bevis inte har presenterats är att bevis för sådana anklagelser som gjorts i artiklarna helt enkelt inte existerar. Anklagelserna grundar sig på osanna eller helt förvrängda uppgifter vilka har lämnats av personer som inte har positioner i kyrkan, uppenbarligen med det enda syftet att skada kyrkan.
Metropolitdömet förnekar alla anklagelser som gjorts i artiklarna och tar avstånd från alla otillbörliga handlingar som nämns i artiklarna.
Metropolitdömet kommer att inom kort besvara varje falsk anklagelse, och lägga fram verkliga fakta, vilket kommer att påvisa att anklagelserna i artiklarna antingen är osanna eller totalt förvrängda.
Με έκπληξη περιήλθαν σε γνώση της Ιεράς Μητροπόλεως Σουηδίας και πάσης Σκανδιναυΐας προσφάτως δημοσιευθέντα άρθρα της εφημερίδος Göteborgs-Posten (gp.se), συνταχθέντα από το δημοσιογράφο κ. Michael Verdicchio και τους συνεργάτες του, τα οποία περιλαμβάνουν συκοφαντικές αναφορές εναντίον του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα, βασισμένα σε ψευδείς, αβάσιμες και τεχνηέντως κατασκευασμένες ιστορίες.
Ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος ήλθε σε επικοινωνία με την Ι. Μητρόπολη, απαριθμώντας διάφορες κατηγορίες, και μολονότι του ζητήθηκε να παρουσιάσει «αποδεικτικά» και «υποστηρικτικά» στοιχεία, εντούτοις η Ι. Μητρόπολις δεν έχει λάβει κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Από το γεγονός και μόνο ότι δεν έχει κατατεθεί κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, για τις κατηγορίες που περιέχουν τα άρθρα, είναι ξεκάθαρο ότι δεν υφίστανται. Οι κατηγορίες βασίζονται σε αναληθείς ή καθ᾽ ολοκληρίαν αβάσιμες δηλώσεις, οι οποίες εκτοξεύθηκαν από πρόσωπα που δεν κατέχουν κάποιο εκκλησιαστικό αξίωμα, έχοντας αποκλειστικά και μόνο σκοπό να βλάψουν την Εκκλησία.
Η Ι. Μητρόπολις αρνείται όλες τις διατυπωθείσες στα ανωτέρω άρθρα κατηγορίες και αποποιείται οποιονδήποτε παρανόμων πράξεων, που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα.
Η Ι. Μητρόπολις θα απαντήσει σύντομα σε κάθε μια από τις ψευδείς κατηγορίες, παρουσιάζοντας τα πραγματικά γεγονότα, αποδεικνύοντας ότι όλες οι δημοσιευθείσες κατηγορίες είναι είτε αναληθείς είτε εντελώς αβάσιμες.
The Holy Metropolis of Sweden and all Scandinavia was surprised to learn of several articles published lately by the newspaper Göteborgs-Posten (gp.se), and written by the reporter Mr. Michael Verdicchio and his colleagues, which include libelous references against His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden, based on untruthful, distorted or fabricated stories.
The journalist in question contacted the Holy Metropolis on several occasions, making a number of accusations, and although the Metropolis requested objective “proof” and “supporting” evidence, the Holy Metropolis has not received any such evidence.
The reason for this is obviously that any objective evidence for the accusations made in the articles does not exist. The accusations are based on untrue or totally distorted statements made by persons who have no positions in the church, clearly with the sole purpose of damaging the church.
The Holy Metropolis denies all accusations in the articles and distances itself from the inappropriate actions that are mentioned in the articles.
The Holy Metropolis will shortly respond to every single false accusation, disclosing the real facts, that will demonstrate that all accusations in the articles are either untrue or totally distorted.
Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε στην Αίγυπτο στα μέσα περίπου του 3ου αιώνα μ.Χ. από γονείς ειδωλολάτρες. Ωστόσο, το ειδωλολατρικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε, δεν κατάφερε να σκληρύνει την καρδιά του η οποία, όταν ήλθε η στιγμή, σκίρτησε ακούγοντας την φωνή του «ἐτάζοντος καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμοί 7,10) Θεού και έτσι ο, έφηβος ακόμη, Μηνάς έγινε χριστιανός.
Μεγαλώνοντας, επέλεξε να σταδιοδρομήσει στον Ρωμαϊκό στρατό, στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, υπό την διοίκηση του Αργυρίσκου. Η έδρα της μονάδας του ήταν στο Κοτυάειον (σημερινή Κιουτάχεια) της Μικράς Ασίας. Εκεί ο Μηνάς διακρίθηκε και για την φρόνησή του αλλά και για το ανδρείο του φρόνημα και γι’ αυτό έχαιρε εκτιμήσεως στο κύκλο των στρατιωτικών.
Δυστυχώς όμως, τρεις αιώνες μετά την έλευση του Χριστού και ο παλαιός κόσμος ακόμη δεν ήθελε να δεχθεί το λυτρωτικό μήνυμα της Αναστάσεως, παραμένοντας αυτάρεσκα, εγωιστικά και αυτοκαταστροφικά προσκολλημένος στη φθορά και το σκοτάδι. Οι αυτοκράτορες της Ρώμης άρχισαν και πάλι «πρὸς κέντρα λακτίζειν» (Πράξεις 26,14). Ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός διέταξαν διωγμό εναντίον των λογικών προβάτων του Χριστού, διωγμό ο οποίος κράτησε από το 303 έως το 311 μ.Χ. Έτσι, οι Ρωμαίοι στρατιώτες διατάχθηκαν να συλλαμβάνουν και να τυραννούν τους χριστιανούς προσπαθώντας να τους κάνουν να αλλαξοπιστήσουν. Αυτή ήταν και η πρώτη κρίσιμη στιγμή κατά την οποία ο Μηνάς κλήθηκε να πει «το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι». Η πίστη του στον Χριστό νίκησε την κοσμική «σύνεση» και λογική.
Ο Άγιος δεν άντεξε, πέταξε στη γη την στρατιωτική του ζώνη απεκδυόμενος μ’ αυτόν τον τρόπο την ιδιότητα του στρατιώτη – διώκτη των χριστιανών, και διέφυγε στο παρακείμενο όρος. Εκεί ασκήτευε, προτιμώντας την συντροφιά των θηρίων της φύσης από την συντροφιά των αποθηριωμένων ειδωλολατρών. Εκεί, «ἐν ἐρημίαις πλανώμενος καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταὶς ὀπαὶς τῆς γῆς» (Προς Εβραίους 11,38), έζησε επί αρκετό διάστημα με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Η ασκητική ζωή και η ησυχία εθέρμαναν την καρδιά του ανάβοντας τον θείο έρωτα και τον πόθο του μαρτυρίου.
Έτσι, σε ηλικία πενήντα περίπου ετών, μετά από θεία αποκάλυψη ότι είχε φτάσει η ώρα του μαρτυρίου, κατέβηκε στην πόλη, σε μέρα ειδωλολατρικού πανηγυριού και με παρρησία, εν μέσω των μαινομένων ειδωλολατρών, ομολόγησε τον Χριστό ως τον ένα και αληθινό Θεό, μυκτηρίζοντας τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Συνελήφθη και σύρθηκε δερόμενος μπροστά στον Πύρρο, τον διοικητή της πόλεως. Εκεί, μιλώντας με θάρρος, αποκάλυψε το όνομά του, την καταγωγή του, το στρατιωτικό του παρελθόν και, φυσικά, διεκήρυξε με τόλμη και αταλάντευτη επιμονή την πίστη του στον Χριστό. Οδηγήθηκε στη φυλακή και το πρωί της επομένης ημέρας, μετά το πέρας του ειδωλολατρικού πανηγυριού, τον παρουσίασαν και πάλι ενώπιον του ηγεμόνος ο οποίος τον κατηγόρησε ότι εξύβρισε τους θεούς και μάλιστα μπροστά του και ότι λιποτάκτησε από τον στρατό. Ο Άγιος αποδέχθηκε τις κατηγορίες χωρίς δισταγμό.
Ο Πύρρος, ευλαβούμενος στην αρχή την ηλικία και την ευκοσμία του, προσπάθησε με λόγια και υποσχέσεις αλλά και με απειλές στη συνέχεια, να τον αποσπάσει από την πίστη του Χριστού. Όταν οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην σταθερή άρνηση του Αγίου, διέταξε να τον υποβάλουν σε ανυπόφορα βασανιστήρια. Οι δήμιοι τον μαστίγωσαν τόσο πολύ ώστε άλλαξαν δύο και τρεις φορές οι μαστιγωτές του. Τον κρέμασαν και τον έγδερναν μέχρι που άρχισαν να φαίνονται τα εσωτερικά όργανα του Αγίου. Έπειτα, σαν να μην έφθαναν αυτά, έτριβαν το καταπληγωμένο του σώμα με τρίχινο ύφασμα και στο τέλος τον έσερναν γυμνό και κατακρεουργημένο πάνω σε μεταλλικά αγκάθια. Όλα τα υπέμενε με γενναιότητα και καρτεροψυχία ο Μάρτυς του Χριστού, εφαρμόζοντας το Ευαγγελικό «καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτείναι» (Ματθαίος 10,28).
Μάλιστα, την ώρα του μαρτυρίου, κάποιοι παλιοί συστρατιώτες του τον προέτρεπαν να θυσιάσει στα είδωλα λέγοντας ότι ο Θεός του θα τον δικαιολογήσει βλέποντας τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλλαν. Ο Άγιος αρνήθηκε αποφασιστικά και τους απάντησε ότι προσφέρει θυσία ακόμη και τον εαυτό του στον Χριστό, ο οποίος τον ενδυναμώνει για να υπομένει τις πληγές.
Ο ηγεμόνας, θαυμάζοντας την ευστοχία και την σοφία των απαντήσεων του Μάρτυρα, τον ρώτησε απορημένος πώς είναι δυνατόν ένας τραχύς στρατιώτης σαν αυτόν να μπορεί να απαντά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και ο Άγιος, με τη φώτιση του Θεού, του αποκρίθηκε ότι αυτή την ικανότητα την χαρίζει στους μάρτυρές του ο Χριστός, όπως έχει υποσχεθεί στο Ευαγγέλιο: «ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τᾶς συναγωγᾶς καὶ τᾶς ἀρχὰς καὶ τᾶς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε. Τὸ γὰρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τὴ ὥρα ἃ δεῖ εἰπειν» (Λουκά ιβ’, 11-12).
Τότε, απελπισμένος ο τύραννος, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Βαδίζοντας προς τον τόπο της εκτέλεσης ο Άγιος πρόλαβε να ζητήσει από κάποιους κρυπτοχριστιανούς να μεταφέρουν το λείψανό του στην Αίγυπτο.
Ο αποκεφαλισμός του έγινε την 11η Νοεμβρίου στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. (πιθανότατα το 304 μ.Χ.) και έτσι η ψυχή του πέταξε χαρούμενη προς τον Σωτήρα Χριστό τον οποίο τόσο επόθησε ο Άγιος και για τον οποίο θυσιάσθηκε. Οι δήμιοι άναψαν φωτιά για να κάψουν το σώμα του.
Ότι κατάφεραν οι χριστιανοί να περισώσουν από την πυρά το μετέφεραν στην Αίγυπτο και το έθαψαν κοντά στην Μαρεώτιδα λίμνη, νοτιοδυτικά της Αλεξάνδρειας.
Στο σημείο εκείνο σταμάτησε, κατά την παράδοση, η καμήλα που μετέφερε τα λείψανα αρνούμενη πεισματικά να προχωρήσει. Έτσι οι χριστιανοί κατάλαβαν ότι ήταν θέλημα Θεού να ενταφιασθούν εκεί τα λείψανα του Αγίου.
Η περιοχή του τάφου πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε προσκυνηματικό – λατρευτικό κέντρο.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Μέγας Αθανάσιος, ανήγειρε ναό πάνω στον τάφο του Αγίου. Σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε εκεί εκτεταμένο κτιριακό συγκρότημα το οποίο περιελάμβανε δύο ναούς, μοναστήρι, ξενώνες και άλλες εγκαταστάσεις.
Το θαύμα στο Ηράκλειο της Κρήτης που έγινε το 1826 μ.Χ. Ακόμη ένα θαύμα του Αγίου Μηνά έλαβε χώρα το 1826 μ.Χ. στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος. Το 1821 μ.Χ., μετά την έκρηξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων ήταν ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.α. οι οποίοι εσφάγησαν, την 24η Ιουνίου 1821 μ.Χ., στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας εσφάγη πάνω στην Αγία Τράπεζα!
Πέντε χρόνια αργότερα, το 1826 μ.Χ., οι Τούρκοι του Ηρακλείου σχεδίαζαν να προβούν σε σφαγή των Χριστιανών, και πάλι στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, στις 18 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα, την ώρα της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας για να πιάσουν τους Χριστιανούς απροετοίμαστους. Για αντιπερισπασμό έβαλαν φωτιά σε διάφορα απομακρυσμένα σημεία της πόλης, ενώ οπλισμένα στίφη είχαν συγκεντρωθεί έξω από το ναό, περιμένοντας την ώρα της αναγνώσεως του Ευαγγελίου για να εισβάλουν και να αρχίσουν την σφαγή.
Μόλις όμως άρχισε η ανάγνωση εμφανίσθηκε ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος ιππέας που έτρεχε γύρω από το ναό κραδαίνοντας το ξίφος του και κυνηγώντας τους επίδοξους σφαγείς οι οποίοι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Έτσι σώθηκαν οι πολύπαθοι Χριστιανοί του Ηρακλείου από τον φοβερό κίνδυνο.
Οι Τούρκοι νόμισαν ότι ο καβαλάρης ήταν μουσουλμάνος πρόκριτος απεσταλμένος από τον Διοικητή της πόλης για να ματαιώσει την σφαγή. Όταν διαμαρτυρήθηκαν στον Διοικητή, αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε και μάλιστα διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος πρόκριτος δεν είχε βγει καθόλου από το σπίτι του.
Κατάλαβαν τότε οι Τούρκοι ότι επρόκειτο για θαύμα του Αγίου Μηνά, κοινοποίησαν το γεγονός στους Έλληνες και από τότε οι Mουσουλμάνοι ηυλαβούντο πολύ τον Άγιο, προσφέροντας μάλιστα και δώρα στο ναό του. Το θαύμα αυτό του Αγίου Μηνά καθιερώθηκε να τιμάται στο Ηράκλειο την Τρίτη της Διακαινησίμου, οπότε και εκτίθεται σε προσκύνηση, κατά τον εσπερινό, λείψανο του Αγίου.